Σύντομο υπόμνημα στο ποίημα “Γυναίκα” του Νίκου Καββαδία (Μέρος Α᾽)

Λωτοφάγοι

Εξαιτίας της μεγάλης έκτασής του το Υπόμνημα δημοσιεύεται σε δύο συνέχειες. Διαβάστε το δεύτερο μέρος ΕΔΩ.

Ευχαριστώ θερμά τη φοιτήτριά μου Μαίρη Κ. Βαλτινού, που μου προσκόμισε άφθονο χρήσιμο υλικό και μου χάρισε επίσης τη γνώση της για την κεφαλονίτικη ντοπιολαλιά. Η Μαίρη κατάγεται από την Κεφαλονιά, ζει στο Αργοστόλι κι έχει την ευτυχία να χαιρετά συχνά το άγαλμα του Ποιητή μας στην περιοχή που οι παλιοί γνώριζαν ως “Μέτελα” αλλά οι νέοι αποκαλούν απλά “στου Καββαδία”.

Γυναίκα (ποίημα)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

Το ποίημα «Γυναίκα» εντάχθηκε στη συλλογή «Τραβέρσο» (1975). Φέρει τη χρονογεωγραφική ένδειξη «Ινδικός Ωκεανός 1951», όπως και το ποίημα «Μουσώνας» από την ίδια συλλογή. Την ίδια ιδιαιτέρως παραγωγική χρονιά, σε διαφορετικά μέρη, ταξιδεύοντας όμως πάντα με το ατμόπλοιο S/S Cyrenia, ο ποιητής συνθέτει επίσης τα ποιήματα «Yara Yara» και «Εφτά νάνοι στο S/S Cyrenia», αλλά και το μυθιστόρημα που πολλοί μελετητές θεωρούν σήμερα ως έναν αφηγηματοποιημένο υπομνηματισμό των…

View original post 3,782 more words

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Η σχέση του Καββαδία με τη Μελβούρνη – Ένα νέο βιβλίο του Μίμη Σοφοκλέους

"Ηot off the Press". "Επί του Πιεστηρίου". Δεν υπάρχει πιο ωραία στιγμή για έναν μελετητή από το να παίρνει στα χέρια του ζεστό ζεστό το 'πόνημά' του (για να χρησιμοποιήσω έναν παλαιότερο, συνηθισμένο όρο για τις μελέτες).Μόλις βγήκε από το τυπογραφείο το βιβλίο μου για τον Νίκο Καββαδία "ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ ΚΑΙ ΛΕΜΕΣΟΣ. ΔΥΟ ΛΙΜΑΝΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ" και ο Μιχάλης Κοκκίνης της Lithoweb (που συνέβαλε πολύ στην καλλιτεχνική επιμέλεια του βιβλίου) καμαρώνει δικαιολογημένα. Το εξώφυλλο είναι του αρχιτέκτονα και μελετητή της Λεμεσού Τάσου Ανδρέου. Η έρευνα ξεκίνησε στη Μελβούρνη το 1992 (για το πρώτο λιμάνι του Καββαδία) και συνεχίστηκε στην Κύπρο από το 2004 (για το δεύτερο λιμάνι του ποιητή). Υπάρχει ακόμα ένα λιμάνι μιας υποθετικής πόλης: της Οικουμενούπολης για τον πολυπολιτισμικό Καββαδία (A multiculturalist before his time). To βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αφή, σε ειδική, συλλεκτική έκδοση των 100,αριθμημένων, υπογεγραμμένων και σφραγισμένων αντιτύπων μόνο. Η Λεμεσός μπαίνει στον 'καταστατικό χάρτη' του Καββαδία, όπως και η Μελβούρνη.

“Ηot off the Press”. “Επί του Πιεστηρίου”. Δεν υπάρχει πιο ωραία στιγμή για έναν μελετητή από το να παίρνει στα χέρια του ζεστό ζεστό το ‘πόνημά’ του (για να χρησιμοποιήσω έναν παλαιότερο, συνηθισμένο όρο για τις μελέτες).Μόλις βγήκε από το τυπογραφείο το βιβλίο μου για τον Νίκο Καββαδία “ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ ΚΑΙ ΛΕΜΕΣΟΣ. ΔΥΟ ΛΙΜΑΝΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ” και ο Μιχάλης Κοκκίνης της Lithoweb (που συνέβαλε πολύ στην καλλιτεχνική επιμέλεια του βιβλίου) καμαρώνει δικαιολογημένα. Το εξώφυλλο είναι του αρχιτέκτονα και μελετητή της Λεμεσού Τάσου Ανδρέου. Η έρευνα ξεκίνησε στη Μελβούρνη το 1992 (για το πρώτο λιμάνι του Καββαδία) και συνεχίστηκε στην Κύπρο από το 2004 (για το δεύτερο λιμάνι του ποιητή). Υπάρχει ακόμα ένα λιμάνι μιας υποθετικής πόλης: της Οικουμενούπολης για τον πολυπολιτισμικό Καββαδία (A multiculturalist before his time). To βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αφή, σε ειδική, συλλεκτική έκδοση των 100,αριθμημένων, υπογεγραμμένων και σφραγισμένων αντιτύπων μόνο. Η Λεμεσός μπαίνει στον ‘καταστατικό χάρτη’ του Καββαδία, όπως και η Μελβούρνη.

«Δεν υπάρχει πιο ωραία στιγμή για έναν μελετητή από του να παίρνει στα χέρια του ζεστό-ζεστό το ‘πόνημά’ του» λέει ο πρώην συμπάροικος, Μίμης Σοφοκλέους, για το νέο του βιβλίο για τον Νίκο Καββαδία “ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ ΚΑΙ ΛΕΜΕΣΟΣ. ΔΥΟ ΛΙΜΑΝΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ”.

Η έρευνα ξεκίνησε στη Μελβούρνη το 1992 (για το πρώτο λιμάνι του Καββαδία) και συνεχίστηκε στην Κύπρο από το 2004 (για το δεύτερο λιμάνι του ποιητή) όπως λέει.

Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι ο Καββαδίας έγραψε πολλές φορές για τη Μελβούρνη και έζησε τη μεταναστευτική εποχή αφού υπηρετούσε στο πλοίο «Κυρήνεια» που μετέφερε χιλιάδες Έλληνες στην Αυστραλία.

Μάλιστα το «Κυρήνεια» το ιστορικό πλοίο της μετανάστευσης έγινε ποίημα από τον Καββαδία και τραγούδι από τον Μικρούτσικο. Έμπνευση ήταν το μεγάλο ταξίδι της ξενιτιάς στην Αυστραλία και οι 7 νάνοι της ανιψιάς του!

Το 1986 ερμήνευσε η Χαρούλα Αλεξίου για πρώτη φορά το τραγούδι «Εφτά νάνοι στο s/s Cyrenia», αλλά το τραγούδι έγινε γνωστό από τον Θάνο Μικρούτσικο που είχε αναλάβει τη μελοποίηση του. Ο Μικρούτσικος μελοποίησε το ποίημα του Νίκου Καββαδία και το αποτέλεσμα ήταν μαγευτικό. Το ποίημα γράφτηκε το 1951 στην πρωτεύουσα της Σρι Λάνκα, Κολόμπο, και είναι αφιερωμένο στην ανιψιά του, Έλγκα. Η Έλγκα ήταν η ανιψιά του ποιητή η οποία του έδωσε το έναυσμα για να γράψει το συγκεκριμένο ποίημα. Μία μέρα η Έλγκα του ζήτησε να δώσει ονόματα στους νάνους που είχε κρεμασμένους πάνω από το κρεβάτι της. Ο Καββαδίας που της είχε ιδιαίτερη αδυναμία δεν της χάλασε το χατήρι, όπως αναφέρει και στο ποίημα. «Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι; Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα ποιός ρήγα γιός θε να την πιει σ” ένα ποτήρι;» Ο Σημ, ο Ρεκ, ο Γκόμπυ, ο Χαράμ, ο Ραμάν, ο Τοτ, ο Σάλαχ είναι τα ονόματα που έδωσε ο Καββαδίας στους νάνους. Η μια εκδοχή είναι ότι πρωταγωνιστές του ποιήματος δεν είναι οι εφτά νάνοι αλλά εφτά άνθρωποι που επέβαιναν στο επιβατηγό πλοίο «Κυρήνεια». Η άλλη εκδοχή και μάλλον η επικρατέστερη είναι ότι ο Καββαδίας, διάλεξε τα ονόματα στην τύχη και παιδεύτηκε μέχρι να βγει το μέτρο. Το ποίημα όπως τα περισσότερα του Καββαδία είναι εμπνευσμένα από τα ταξίδια που έκανε ως ναυτικός. «Μα είν” ένα κάτι πιο βαθύ που με λερώνει. -Γιε μου, πού πας;- Μάνα, θα πάω με τα καράβια.»

Το «Κυρήνεια» ήταν από τα πρώτα επιβατηγά πλοία με το οποίο ταξίδεψαν οι μετανάστες στην στην Αυστραλία. Το ιστορικό πλοίο είχε συμμετάσχει και στους δύο παγκόσμιους πολέμους και τα επόμενα χρόνια είχε αναλάβει το ταξίδι της ξενιτιάς για χιλιάδες Έλληνες μετανάστες. Ο Καββαδίας έκανε μερικά ταξίδια με το «Κυρήνεια» και στο ποίημα εξιστορεί τις εμπειρίες του. Το ταξίδι διαρκούσε ένα μήνα και στο διάστημα αυτό ο ποιητής είχε την ευκαιρία να γνωρίσει πολλούς ανθρώπους οι οποίοι αναφέρονται στους στίχους των ποιημάτων του.

To ιστορικό πλοίο «Κυρήνεια»

To ιστορικό πλοίο «Κυρήνεια»

O Mίμης Σοφοκλέους είναι μία πολύπλευρη προσωπικότητα, που γεμίζει με αισιοδοξία τον συνομιλητή του. Είναι «ιστορικά αισιόδοξος» καθώς μιλάει με μια ειλικρινή αισιοδοξία που πηγάζει από μέσα του και μεταδίδεται σε όποιον βρίσκεται κοντά του. Το βιογραφικό του υπερπλήρες και πάντα με κεντρικό άξονα την προσφορά του στον πολιτισμό. Προτού επιστρέψει στην Κύπρο κατείχε ανώτερες θέσεις σε πανεπιστήμια στην Αυστραλία, δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής σε αρκετά άλλα και με την επιστροφή του στην Κύπρο έλαβε ενεργό δράση από σημαντικά πόστα στο ΤΕΠΑΚ στην πρώτη περίοδο της δημιουργίας του. Έχει εκδώσει βιβλία, άρθρα και μονογραφίες και σήμερα είναι ο Επιστημονικός Διευθυντής και η καρδιά του Παττίχειου Δημοτικού Μουσείου – Ιστορικού Αρχείου και Κέντρου Μελετών Λεμεσού.

Για το νέο του βιβλίο λέει:
«Έχω κάνει μία ιστορική έρευνα για τις επισκέψεις του Καββαδία στη Λεμεσό και παλαιότερα για τις επισκέψεις του στη Μελβούρνη. Είναι έτοιμο και λέγεται, “Μελβούρνη και Λεμεσός. Δύο Λιμάνια του Νίκου Καββαδία”. Θα περιλαμβάνει άγνωστα στοιχεία της πόλης μας όπως την ένιωσε ο ποιητής στις πολλές επισκέψεις του στη Λεμεσό (όπως και για τη Μελβούρνη). Πρόσφατα έκανα και μία διάλεξη για την Ιστορία των Αποβαθρώντης Λεμεσού από το 1881 μέχρι σήμερα, με την ευκαιρία των έξι νέων αποβαθρών που κοσμούν την πόλη μας, τα «Ξύλινα Τείχη της Πόλης» όπως τις ονομάζω. Το ίδιο έκανα με την ιστορία της Μουσικής της Λεμεσού, σε εργασία που ονομάζω «Ο ήχος της πόλης» και αναφέρομαι στις καντάδες που έχουν γραφτεί και τραγουδηθεί στη Λεμεσό».

mimis1

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Αφιέρωμα: Ο κόκκινος Μαραμπού

12540955_198778023806942_717876581162855289_n

Αναδημοσίευση από το barikat.gr
Επιμέλεια αφιερώματος: Σταύρος Παναγιωτίδης

104 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία και 39 από τον θάνατό του. Αυτού που όλοι μας ξέρουμε ως τον ποιητή των θαλασσών, της ζωής των ναυτικών, αυτόν που συντρόφευσε – και υποδαύλισε – τις τάσεις φυγής  τόσο πολλών από εμάς. Εδώ, σήμερα, 104 χρόνια μετά τη γέννηση του, θα γνωρίσουμε έναν άλλο, άγνωστο Καββαδία. Τον πολιτικό Νίκο Καββαδία, που έβαλε τη ζωή του μέσα στον – οργανωμένο και μη – αγώνα για την ελευθερία, για τη δημοκρατία, για την ίδια τη ζωή. Μία πτυχή της ζωής του άγνωστη, ίσως γιατί και η ίδια η Αριστερά ποτέ δεν τον είδε, δεν το δέχτηκε δηλαδή, απολύτως ως έναν από τους αγωνιστές της. Κάποτε λόγω δόγματος, κάποτε λόγω λήθης…
 
Με αυτόν τον Καββαδία ερχόμαστε σε επαφή. Αυτόν τον “κόκκινο Μαραμπού” σας συστήνουμε και μαζί σας τον γνωρίζουμε και εμείς. Τον άνθρωπο που ήταν ταυτόχρονα θύμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, γιατί υποχρέωσε την οικογένεια του να μεταναστεύσει, και θαυμαστής της, γιατί τον ανάγκασε να αφήσει το μαγικό της φως να πλημμυρίσει το βλέμμα του. Έναν ποιητή που δεν τον συγκινούν μόνο τα κύματα της θάλασσας αλλά και η μεγάλη ιστορική τρικυμία του ανθρώπου, ο παγκόσμιος αγώνας – στην Καισαριανή, στην Guernica, στο Πεκίνο, στην Αβάνα και στη Sierra Maestra – για να σηκωθεί “ο άνθρωπος στο ύψος του ανθρώπου”.
 
Καλό μας ταξίδι…
 
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στη Μαντζουρία της Κίνας, από γονείς Κεφαλλονίτες, τον Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου, κόρη οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλλονιάς. Ο Χαρίλαος Καββαδίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό. Το 1914, με την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η οικογένεια του Καββαδία έρχεται στην Ελλάδα, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά. Το 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται. Γυρίζει και πάλι στην Ελλάδα το 1921, σε απόλυτη αδυναμία να προσαρμοσθεί στην ελληνική πραγματικότητα.

Το 1928, στα δεκαοχτώ του, ο Καββαδίας βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και ξεκινάει να ταξιδεύει. Έντεκα χρόνια μετά θα πάρει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή. Από τότε στα καράβια θα κρατάει τον ασύρματο, το “Μαρκόνι”, όπως τον έλεγαν, από το όνομα του εφευρέτη του.

“Στο ημερολόγιο γράψαμε “κυκλών και καταιγίς”
και στείλαμε το SOS μακρυά, σ’ άλλα καράβια
Κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός, τον άγριο Ινδικό
πολύ αμφιβάλω αν φτάσουμε μια μέρα στη Μπατάβια”
 
Το 1933 θα εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή, το Μαραμπού. Τότε, ο τροτσκιστής Νίκος Καλαμάρης (Ν. Ράντος), ποιητής και φίλος του Καββαδία, θα γράψει:
 “Στη συλλογή αυτή ολοφάνερη είναι η επίδραση του Ουράνη. Νομίζω όμως πως η συγγένεια είναι πιο πολύ εξωτερική, παρά τίποτε άλλο. Ο Ουράνης δεν είναι επαναστατημένος ποιητής, ο Καββαδίας σαν τον Ρεμπώ, που επηρέασε τον Ουράνη, είναι επαναστατημένος! Αν δεν γυρεύει με σφυρίγματα αλήτικα και με σαρκασμό να  εκφράσει την αδυναμία προσαρμογής στην αστική πραγματικότητα, αν η poesie maudite παίρνει σ’ αυτόν μορφή ταξιδιού, δεν αλλάζει αυτό το ουσιαστικότερο περιεχόμενο της ψυχής του”. 

Στην Κατοχή ο Καββαδίας γίνεται μέλος του ΕΑΜ. Η αδερφή του ποιητή, Τζένια, λέει και πως “πήρε μέρος στην Αντίσταση, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ”. Ενδεχόμενη ένταξη του όμως στο κόμμα, δεν έχει εξακριβωθεί. Ο Μ. Παπαϊωάννου υποστηρίζει πως ο Καββαδίας δεν συμμετείχε στις κομματικές συνεδριάσεις αλλά έκλινε προς το ΚΚΕ. Ο δικηγόρος Σταμάτης Καββαδίας, καθοδηγητής δικηγόρων Αθήνας, αργότερα υπεύθυνος ΕΑΜ Εύβοιας, αναφέρει πως ο ποιητής ήταν μέλος του ΚΚΕ και πως συμμετείχε αρχικά στο ΕΑΜ Ναυτικών.

Συμμετείχε στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Όπως μας πληροφορεί η λογοτέχνης και στέλεχος του ΚΚΕ Έλλη Αλεξίου, “Επί κατοχής τα μέλη της Εταιρείας, εκατόν δέκα περίπου, είχαν σχεδόν στην ολότητα τους ενταχθεί στο ΕΑΜ. Άλλοι οργανωμένοι και άλλοι ψυχικά τοποθετημένοι με την πλευρά της Αντίστασης. Ο Καββαδίας συμμετείχε σε μία από τις ομάδες του ΕΑΜ οι οποίες συνέρχονταν ταχτικά, συζητούσαν τις διάφορες μορφές πάλης, αντάλασσαν γνώμες, κατάστρωναν συγκεκριμένο σχέδιο παραπέρα δράσης και κάνανε τον έλεγχο της προηγούμενης δουλειάς”. Τα μέλη του ΕΑΜ Καλλιτεχνών συμμετείχαν σε απεργίες και διαδηλώσεις, υπέγραφαν και υπέβαλλαν εκκλήσεις στις αρχές για την οργάνωση συσσιτίων, τροφοδοτούσαν τον παράνομο Τύπο με υλικό, γράφανε συνθήματα και κυκλοφορούσαν από πόρτα σε πόρτα το παράνομο υλικό και συνέτασσαν δελτία πληροφόρησης για τις εξελίξεις στον πόλεμο.

Τον Ιούνιο του 1945 φιλοβασιλικοί και άλλοι παρακρατικοί οπαδοί της Δεξιάς, εισβάλλουν με όπλα σε αριστερά βιβλιοπωλεία και εφημερίδες, ακόμη και σε θεατρικές παραστάσεις όπου πρωταγωνιστούν αριστεροί ηθοποιοί. Χτυπούν τον κόσμο, απειλούν, καταστρέφουν. Οι πνευματικοί άνθρωποι της χώρας υπογράφουν ένα κείμενο διαμαρτυρίας“για την προστασία της ελευθερίας της σκέψης και των δημοκρατικών ελευθεριών του Ελληνικού Λαού”Υπογράφουν πολλοί. Μαζί τους και ο Νίκος Καββαδίας.

Την ίδια χρονιά, ο γραμματέας του ΕΑΜ Λογοτεχνών – Ποιητών, Θέμος Κορνάρος, φυλακίζεται και δικάζεται λόγω του βιβλίου του Αγύρτες και Κλέφτες στην εξουσία, όπου κατήγγειλε πως ο μητροπολίτης Μεσολογγίου ήταν συνεργάτης των Γερμανών. Προτείνει για αντικαταστάτη του τον Νίκο Καββαδία, οποίος και αναλαμβάνει τη θέση.
 “Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε γραμματέας έδειξε ότι δεν ήταν μόνο άξιος ναυτικός και ο καθιερωμένος με γενική αναγνώριση ποιητής, αλλά και ότι διέθετε και πολιτικές και οργανωτικές ικανότητες. Παρόλο που δεν είχε τη μακρόχρονη πείρα του προκατόχου του, σε λίγο καιρό προσαρμόστηκε, συνέλαβε την πραγματικότητα και την ψυχολογία του υλικού μέσα στο οποίο δρούσε και κατάφερε να φέρει σε πέρας τη δύσκολη αποστολή του. Η προσφορά του ήταν σημαντικη, όχι μόνο γιατί εκάλυψε το κενό που άφησε ο Θέμος Κορνάρος, αλλά γιατί έδειξε θάρρος, προσόν απαραίτητο του κάθε ηγέτη, αλλά ακόμα πιο αναγκαίο εκείνη την εποχή που με τους παντοειδείς διωγμούς κατά της Αριστεράς κάθε μέρα εντείνονταν και το ψυχολογικό κλίμα που επικρατούσε μετά την ήτταν της. Έδειξε σεμνότητα και εφέρθηκε με σεβασμό σε όλους και πολύ περισσότερο στους ιεραρχικά κατώτερους του στην οργανωτική ιεραρχία, αλλά παλαιούς στην τέχνη, και αγάπη σε όλους. Η θητεία του Νίκου Καββαδία στη θέση του γραμματέα το ΕΑΜ Λογοτεχνών – Ποιητών προσθέτει ένα ακόμα τίτλο στην αντιστασιακή του δράση”.

Ο Καββαδίας συμμετείχε από το 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα. Τα μέλη του όριζαν έτσι τον σκοπό τους:

“Ο κύκλος των ανθρώπων των γραμμάτων που βγάζαμε το περιοδικό αυτό είχε συγκεντρωθεί στα χρόνια της Μεταξικής φασιστικής δικτατορίας, γύρω από το περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα. Αγωνίστηκε τότε για την λογοτεχνία και την Τέχνη και το ξεκαθάρισμα των πνευματικών αξιών του τόπου μας και αγωνίστηκε ακόμα μέσα σε δύσκολες και κάποτε σκληρές συνθήκες, για έναν άλλο, τον πιο τιμητικό απ’ όλους τους αγώνες, τον αγώνα για τη λευτεριά. Ο κύκλος αυτός, πλουτισμένος με νέα στοιχεία, θα προσπαθήσει, μέσα στις αντικειμενικές δυνατότητες, ν’ ανταποκριθεί προς τις ανάγκες της ιστορικής αυτής ώρας – της ώρας που από τα βάθη των αιώνων, οραματίζονται οι κάθε λογής σκλάβοι. Για την αναγέννηση αυτή ένας δρόμος υπάρχει. Η συγκρότηση ενός έθνους βγαλμένου από το λαό και για το λαό. Η δημοκρατία όχι των λίγων, μα των πολλών. Η προοδευτική και ολοκληρωμένη δημοκρατία που είναι σήμερα το ιδανικό των λαών της Ευρώπης.”

Το 1946 ψηφίζεται το διαβόητο Γ΄ Ψήφισμα με το οποίο ποινικοποιείται η συμμετοχή στις οργανώσεις της Αριστεράς, η οποία και συνδέεται με την κατηγορία της προδοσίας. Προβλέπει πως “Όστις θέλων να αποσπάση εν μέρος της Επικρατείας ή να ευκολύνη τα προς το τέλος τείνοντα σχέδια, συνώμοσεν εντός του κράτους, ή συνεννοήθη με ξένους, ή διήγειρεν στάσιν, ή κατήρτισεν ενόπλους ομάδας, ή μετέσχεν ειας αυτάς, τιμωρείται με θάνατον”. Διανοούμενοι ξεσηκώνονται και καταγγέλουν τους σκοπούς του Ψηφίσματος και δηλώνουν πως “απειλείται ένας από τα βάθρα κλονισμός του ίδιου μας του Πανάρχαιου Εθνικού Πολιτισμού”. Μεταξύ των υπογραφόντων και ο Νίκος Καββαδίας. Σε ένα μήνα, έγιναν τα πρώτα στρατοδικεία και οι πρώτες εκτελέσεις…

Τον επόμενο χρόνο, το 1947, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ποιητής, πεζογράφος και βιβλιοκριτικός, σύντροφος του Άρη Βελουχιώτη, θα γράψει:

“Καλά όλ’ αυτά (μπορεί να με διακόψει κανένας), αλλά εμάς τι μας νοιάζει; Τι σχέση έχει ο ποιητής σου, ο εξωτικός και ταξιδιώτης, με τον τόπον μας που σήμερα τον ποδοπατούν και τον ματοκυλάν ξένοι δυνάστες και ντόπια όργανα τους; Προσφέρει τίποτε για την άμεση λύτρωση μας; Η απάντηση μου σ’ αυτό θα είναι πλάγια. Ο λαός μας δεν θ’ αργήσει με τους πολιτικούς του αγώνες ν’ αποχτήσει τη ζωτική του λευτεριά. Κι αφού χορτάσει από ψωμί, θ΄ αναζητήσει και τον πνευματικό του άρτο. Τότε θα χρειαστεί διαλεχτή, καθάρια τροφή. Κι η ποίηση θα γίνει αναγκαίο στοιχείο της ζωής του. Ακόμη και η δύσκολη, η υψηλή τέχνη θα του μεταδοθεί μέσω κατάλληλων ερμηνευτών. Για τον ευτυχισμένο εκείνο καιρό, για το λαοκρατούμενο αύριο γράφουν οι καλύτεροι τεχνίτες μας, γράφει και ο ίδιος ο Καββαδίας. Ποιητής που τραγούδησε άλλοτε τόσο γοητευτικά ένα απλό θαλασσινό, το “Νορβηγό πιλότο” Νάγκελ Χάρμπορ, ποιητής που μοιρολογάει τώρα με τέτοια συγκίνηση τον Ισπανό τροβαδούρο Φεντερίκο Λόρκα, το δολοφονημένο απ΄ το Φράνκο, ένας τέτοιος ποιητής, λέω, ανήκει ολόψυχα στον κεφάτο πολεμιστή, στο λαό μας“
 
Την ίδια χρονιά, Ο κομμουνιστής ποιητής Κώστας Βάρναλης λέει για τον Καββαδία:
 “Με το δεύτερο ποίημα, το “Federico Garcia Lorca” ο ποιητής παίρνει φανερά και συνειδητά στάση υπέρ εκείνων (σ’ όποια γης!) που πολεμάνε για τη λευτεριά, υπέρ των τίμιων αγωνιστών του Λαού, που τους σκοτώνουν οι φασιστικές τρομοκρατίες (όποιας χώρας!). Και σ’ αυτήν την περίσταση δεν φαίνεται απίθανο να συνεχίσει ο ποιητής τον ηρωικό αυτό δρόμο. Αλλά το ποίημα του Ισπανοτσιγγάνου Λόρκα αποτελεί και το κλειδί για να βρούμε το βαθύτερο κοινωνικό περιεχόμενο των άλλων του ποιημάτων. Η συμπάθεια του για τους ναυαγούς της θάλασσας και της ζωής (όλοι και ζωντανοί και πνιγμένοι είναι ναυαγοί) φανερώνει ποιος είναι ο Αίτιος πίσω από το πούσι που τον κρύβει. Ο Αίτιος κι ο Υπεύθυνος για τον σκοτωμό των ανθρώπων του Λαού είτε με τον πόλεμο είτε με την πείνα και για το πνευματικό και το ηθικό τους σκοτάδι είναι ο ίδιος ο διεθνικός Μινώταυρος, ο καπιταλισμός που στην ακμή του εκφυλισμού του και στην ώρα της πτώσης τουγίνεται χίλιες φορές αιμοβορότερο θεριό”

Μα υπήρχαν και πολύ σκληρές αριστερές κριτικές προς τον Καββαδία. Του καταλόγιζαν πως δεν λειτουργούσε ως εκφραστής των αναγκών του λαού, ως, όπως θα λεγόταν αργότερα, ως οργανικός διανοούμενος της τάξης του. Ο κριτικός λογοτεχνίας και μέλος του ΚΚΕ Αιμίλιος Χουρμούζιος, και πάλι το 1947 στο περιοδικό Νέα Εστία, γράφει:

“Από το 1933, όταν ο Φώτος Πολίτης παρουσίαζε τον ποιητή των Μαραμπού σαν αντιπρόσωπο μιας νέας συναισθηματικής στάσης απέναντι στα παρεδεδεγμένα του καιρού, αντιπρόσωπο ενός νέου κόσμου που αναφαίνεται ακριβώς τη στιγμή που τα παλιότερα ιδανικά των περασμένων γενεών βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της φθοράς των – από τότε ίσαμε σήμερα πέρασαν δεκαπέντε πλήρη, μεγάλα, ακέραια χρόνια. Εχώρεσαν τη Διχτατορία, τον Πόλεμο, την κατοχή, την Απελευθέρωση, τον Εμφύλιο (πράξη πρώτη), τον Εμφύλιο (πράξη δεύτερη), το Δράμα του έθνους… Ο Ν. Καββαδίας έμεινε ο συμπαθέστατος, ο πρωτότυπος έστω – δηλαδή, ο όχι και τόσο πρωτότυπος πια – ο αδιάφορος σ’ όλη την άλλη, την έξω από τα καράβια, τις αντένες, τις βάρδιες και τους πνιχτούς μεθυσμένους έρωτες των λιμανιών ζωή. Μαραμπού! Ένα πυκνό Πούσι έχει κατέβει και κρύψει από την οπτική γραμμή του ποιητή όλον τον πόνο των ανθρώπων Κοιτάζω από περιέργεια τις χρονολογίες των τραγουδιών του. Ένα το 1940. Δύο άλλα στα 1942. Ένα άλλο στα 1944. Δύο στα 1945. Άλλα δύο στα 1946. Τ’ αποδέλοιπα είναι πριν από το Σαράντα. Μία νύξη, κάποια θύμηση της τραγωδίας της φυλής του, πουθενά. Ή μάλλον, δύο στίχοι υπομνηστικοί των εκτελέσεων στην Καισαριανή και της τραγωδίας του Διστόμου, μα κι αυτοί για χάρη του Γκαρθία Λόρκα. Μπορεί ο κ. Καββαδίας να είναι αισθηματικά ένας πάροικος του τόπου αυτού, μπορεί χώρος του, πατρίδα του, κόσμος του να είναι οι άνθρωποι της Τοκοπίλλα, του Περού, ή της Μπομπάλα, μα στα 1947, έπειτα από δέκα ολόκληρα χρόνια αγωνίας και θανάτου, η ποίηση του δεν έχει ήθος”.

Για τα επόμενα πολλά χρόνια, ο Καββαδίας ταξιδεύει συνεχώς και “χάνεται” για την Αριστερά. Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 δεν αναφέρεται ούτε στην Αυγή, ούτε σε άλλα αριστερά έντυπα, ούτε και στην  περίφημη, αριστερήΕπιθεώρηση Τέχνης. Μιλάν όμως για αυτόν κάποιοι στην Αριστερά, ασκώντας του ξανά σκληρή κριτική.
Ο Στέλιος Γεράνης, αριστερός διανοούμενος, ιδρυτής της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά, θα πει το 1968:

“Έτσι, ο ποιητής, σε μία περίοδο που ο άνθρωπος δοκιμάστηκε αφάνταστα, θα συνεχίσει τα ταξίδια του με το “πειρατικό καράβι του Κάπταιν Τζίμμυ – το φορτωμένο με χασίς”, σαν ένας αδιάφορος ναύτης, που “όλον τον κόσμο γύρισε και τίποτα δεν είδε” και που μέσα του μιλάει “ένας παπαγάλος – γερός και στραβομύτης και μεγάλος- μας γιομάτος πείρα και σοφός” ”

Ο Βασίλης Λούλης, κομμουνιστής.ναυτικός, συδικαλιστής, αντιστασιακός και συγγραφέας γράφει το 1969:

“Η πενταετία 1931-36 ήταν η μαύρη εποχή για μας τους ναυτεργάτες, η χειρότερη στην ιστορία του ναυτικού μας. Ήτανη εποχή που οι “ναύαρχοι” του Λιμενικού τηλεγραφούσανε από την Αθήνα στους Προξενικούς Λιμενάρχες μας στο Κάρδιφ και στο Ρόττερντάμ και στο Μπουένος Άιρες και στη Νέα Υόρκη: “εφαρμόσατε μισθολόγιον, πάση θυσία” Και ήταν αυτό το μισθολόγιο τέσσερις λίρες, καθαρά τρεις λίρες και έντεκα σελίνια το μήνα Ούτε τσιγάρο να κάπνιζες, ούτε μια φανέλα ή ένα παντελόνο ντοκερί (τώρα τα λένε μπλου-τζην και τα φοράνε όμορφες κυρίες) ν’ αγόραζες από τα μαγαζιά του Γκρίφιτσ στο Κάρδιφ και στο Μπάρρυ, να μην φαίνονται εκείνα που δεν πρέπει να φαίνονται, ξυπόλυτος να περπατούσες, ούτε σαπούνι να πλυθείς και να πλύνεις τα κουρέλια σου ν’ αγόραζες, όλα στο σπίτι να τα έστελνες μέχρι τελευταία πένα, πάλι δεν φτάνανε, αν ήταν τέσσερα-πέντε στόματα που περιμένουν από σένα.
 
Ήταν πολύς ο πόνος, περίσσευε η οργή κείνα τα χρόνια στων βαποριών τις πλώρες… Από όλα αυτά τίποτα δεν είδε ο κύριος Κ… τίποτε δεν μίλησε στην ποιητική ψυχή του την ευαίσθητη; Τότε για μας είχαν ενδιαφερθεί ως και κάποιοι κύριοι του συλλόγου προς προστασίαν των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Αμβέρσα και αυτός ολοένα το “βλακώδες” μαραμπού του κοίταζε; Δεν έριξε τη ματιά του και πουθενά αλλού καμιά φορά ο ευλογημένος; Όποιος δεν ξέρει, και όλοι οι στεριανοί δεν ξέρετε, διαβάζοντας τον Κ., και με το δίκιο του, θα πιστέψει πως η ζωή μας στα βαπόρια γύρω σε τρία πράγματα φέρνει βόλτα ολοένα. Ταβέρνα-ναρκωτικά-μπουρδέλο…”

Μα ο Καββαδίας είχε μιλήσει για αυτά, εδώ και χρόνια…
“Την άλλη μέρα πας στο σωματείο και μπαίνεις τελευταίος κάτου από διακόσιους που περιμένουνε μπάρκο. Δουλεμένος σου λέει ο άλλος. Σκατά. Σου ‘μειναν τρεις κι εξήντα. Ο ξέμπαρκος είναι ένα σκουπίδι. Γίνεται την άλλη μέρα. Μόλις αλαργέψει ένα μίλι από τη θάλασσα. Κάθεσαι μήνες στο παγκάκι κανενός κήπου και λιώνεις στο βρακί σου. Κόβεις το τσιγάρο στο μισό. Τον καφέ ολάκερο. Σου μένει το κομπολόι. Σπάει κι αυτό και χάνεις τις μισές χάντρες. Καλύτερα σε ξένο τόπο χωρίς δουλειά Να μην σε βλέπουν οι γνωστοί και κουνάνε το κεφάλι. Να μη σε βαρεθούν οι δικοί σου.Στο Cardiff. Στο Sailor’s Rest. Έρχεται η μέρα να φύγεις. Έχεις αποκάμει ν’ ανεβοκατεβαίνεις τις σκάλες. Παίρνεις ένα χαρτί και τότε αρχινάει το μαρτύριο: Σπίτι του Ναύτη, Αποδημία, Ασφάλεια, Γιατρός, Λιμεναρχείο… Θα με βρούνε σε τάξη; Νετάρεις. Παίρνεις την μπροστάντζα και πληρώνεις τα χρέη. Ανεβαίνεις την ανεμόσκαλα κι είσαι ψοφίμι. Σαλπάρεις, ταξιδεύεις. Και ζεις πάντα με την αγωνία πως θα σε βγάλουνε…”

Η σιωπή του Καββαδία (ή μήπως το εμπάργκο;) σπάει το 1967, λίγο πριν από το πραξικόπημα, όταν δίνει συνέντευξη στο αριστερό φοιτητικό περιοδικό Πανσπουδαστική, σε δύο φοιτητές, μέλη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Συζητούν για τον πόλεμο του Βιετνάμ και για την πολιτική δράση των φοιτητών:

“Τους εθαύμασα στην Κατοχή, όταν περιφρονούσαν καθημερινά τους επιδρομείς, Ιταλούς και Γερμανούς. Και τους χαίρομαι ακόμα, όταν αψηφούν σε κάθε κρίσιμη ώρα τις αρνητικές δυνάμεις”.

Εκείνες τις μέρες, η Ασφάλεια μπαινοβγαίνει συχνά στο σπίτι του Καββαδία, για απειλές και ανακρίσεις. Ο ίδιος έλεγε πως πλέον είχε “τον προσωπικό του χαφιέ”! Λίγο αργότερα θα ξαναφύγει για τη θάλασσα. Όμως το ενδιαφέρον του για τον αγώνα στην Ελλάδα παραμένει. Γίνεται σύνδεσμος μεταξύ αντιστασιακών οργανώσεων στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Αναλαμβάνει την προστασία των Ελλήνων αριστερών που διαφεύγουν από την Ελλάδα με πλαστά διαβατήρια, μέσω Αλεξάνδρειας για την Ευρώπη. Συναντιέται στο Κουσάντασι και με την Μελίνα Μερκούρη, από την οποία η Χούντα είχε αφαιρέσει την ιθαγένεια.

Το 1972, ο Καββαδίας γράφει το ποίημα του για τη δολοφονία του Che Guevara, όταν βρέθηκε στην Αθήνα στα χρόνια της δικτατορίας.
“Στη σκληρή κριτική του φίλου του, Θανάση Καραβία, ότι η ποίηση του έμεινε στάσιμη στα ίδια μοτίβα και στις ίδιες διαθέσεις, χωρίς να επηρεάζεται από τις δύσκολες, τις δραματικές ώρες που περνούσε ο λαός μας, του απάντησε, “Τώρα θα δεις”. Και σε μία εβδομάδα, όπως είχαν στοιχηματίσει, ο Κόλιας μπήκε κατσούφης, δήθεν, στο καφενείο να βρει τον Καραβία. “Τίποτα”, είπε. “Δεν έγινε τίποτα”. Σε λίγο, όμως, διακόπτοντας τις επικρίσεις και τις ερωτήσεις του φίλου του έβγαλε δειλά, όπως πάντα, από την τσέπη του ένα χαρτί. “Για διάβασε αυτό…” Ήταν ο “Guevara”, που μέσα του έκρυβε όλη την πίκρα του για το βασανισμένο μας λαό” Ο Καββαδίας δεν έδωσε το ποίημα για κάποιο περιοδικό. Λένε, πως δεν ήθελε να ρισκάρει το ναυτικό του φυλλάδιο, τη δυνατότητά του να δουλεύει στα πλοία….

Συνήθιζε να τρώει στην τραπεζαρία μαζί με τους ναύτες, κι όχι στο χώρο των αξιωματικών, επειδή δεν συμφωνούσε με τους ταξικούς διαχωρισμούς. Όταν ο φίλος του, Μάκης Ρηγάτος, ανέβηκε στο καράβι και το παρατήρησε, του είπε γελώντας: “Βλέπεις; Και σε αυτό το ζήτημα είμαι δημοκρατικός”,

Τον Νοέμβριο του 1973 ο ποιητής καλείται να μιλήσει με φοιτητές στο “Λογοτεχνικό Εργαστήρι” του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης.
 “Στη Σαλονίκη οι φοιτητές με κάλεσαν να τους μιλήσω και με ρώτησαν:
• Κύριε Καββαδία, η τέχνη πρέπει να έχει σχέση με την πολιτική;

• Ούτε λόγος”, είπα εγώ. Τότε έφαγα μια σκουντιά στο πόδι, από ένα διπλανό μου.

Τον ίδιο μήνα, σε συζήτηση με τον συγγραφέα Μήτσο Κασόλα, με τύψεις για τη μη ενεργότερη συμμετοχή του στο Πολυτεχνείο, λέει:
”-Για το φετινό Νοέμβρη τι λες μωρές Νίκο;”
“- Άσε με, πέρασα άσκημα εκείνες τις μέρες. Είχα προβλήματα, όπως και πολλοί μας, με τη συνείδηση μου. Τώρα θα σου πω κάτι άλλο. Μια μέρα η ώρα δύο τη νύχτα χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν ένας γιατρός, φίλος μου. Μου λέει “Νίκο, σε θέλω, να ‘ρθεις σπίτι μου τώρα”. Σηκώνομαι, ντύνομαι. “Τέτοια ώρα;” μου λέει η αδερφή μου. “Τέτοια. Φίλος μου είναι. Πως εγώ όποια ώρα θέλω τον φωνάζω και έρχεται;” Όταν φτάνω κοντά στο σπίτι του γιατρού, βλέπω τζιπ, μοτοσυκλέτες, αστυνομία. Ρωτάω: “Τι συμβαίνει;” “Στο σπίτι του κ. Καθηγητού είναι ο κ. Παπαδόπουλος”. Κόβω δρόμο και ακόμα φεύγω. Με ήθελε ο φίλος να με γνωρίσει στον Παπαδόπουλο. Θα του μίλησε για μένα. Ο Παπαδόπουλος θα μου έκανε φιλοφρονήσεις. Κι άμα σε παινεύουν, διάβολε, αν δεν μιλάς, χαμογελάς. Σκέψου τώρα να χαμογελάσω στον Παπαδόπουλο. Θα μούντζωνα τον εαυτό μου για όλη μου τη ζωή”.
 
Το 1974, στη Μεταπολίτευση, το ΚΚΕ Εσωτερικού συγκροτεί, εν όψει του δημοψηφίσματος για το πολίτευμα της Ελλάδας, τη Δημοκρατική Αντιμοναρχική Κίνηση, με σκοπό την ενημέρωση των πολιτών και την παρακίνηση τους υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Ο Καββαδίας πάει να υπογράψει. Ο Τάσος Βουρνάς μας περιγράφει:
“Μπροστά στο τραπέζι του συμβολαιογράφου συνωθούνται καμπόσοι. Ο Τάκης Μπενάς, της Επιτροπής, βοηθά. Εκείνη τη στιγμή ζυγώνει ένας μεσήλικας, ασπρομάλλης, με σκούφο, κοστούμι και ναυτική φανέλα.
• “Όνομα;

• Νικόλαος Καββαδίας, ναυτικός.

• Έχετε υπογράψει;

• Όχι, τώρα θα υπογράψω. Θέλω να προσχωρήσω στην Κίνηση!

Από πίσω τον ζυγώνει ο υποφαινόμενος  και απευθύνεται στον συμβολαιογράφο:
– Ο κύριος, λέω, δεν έδωσε πλήρη στοιχεία της ταυτότητας του.
Αίσθηση στους γύρω. Ο ενδιαφερόμενος γυρίζει ξαφνιασμένος, αλλά μόλις με βλέπει χαμογελά ντροπαλά.
– “Είναι ο ποιητής Νίκος Καββαδίας!”, λέω δυνατά.
• Όχι, όχι, φωνάζει ο Κόλλιας, ο αγαπημένος μας ποιητής των Μαραμπού. Είμαι ναυτικός!

Όλοι τώρα έχουν στραφεί προς το μέρος του και τα βλέμματα τον αγκαλιάζουν με αγάπη.
• Άδικα αγωνίζεστε να μας γελάσετε, του λένε οι νέοι γύρω. Ξέρουμε πολύ καλά το έργο σας!

Ο καημένος ο Κόλλιας νιώθει σαν ν’ άνοιξε η γη να τον καταπιεί.
• Έλα να σε φιλήσω, μου λέει.

Και φεύγει σεμνός, παλικάρι του στίχου και της θάλασσας.”

Λίγο αργότερα, στις 10 Φεβρουαρίου 1974 ο Νίκος Καββαδίας θα πεθάνει στη στεριά, από εγκεφαλικό. Στην ΑΥΓΗ ο θάνατος του γίνεται πρωτοσέλιδο. Ο Ριζοσπάστης τον περνάει στα ψιλά…

Ο Τάσος Βουρνάς λέει για τον Καββαδία, στην ΑΥΓΗ:
“Αντιστασιακός στην Κατοχή, πάντοτε στο πλευρό των κομμουνιστών, των ανθρώπων που θαύμαζε για τις θυσίες τους και το πάθος τους για την κοινωνική απελευθέρωση του τόπου, δεν παρέλειψε να κάνει μνεία της Αντίστασης και των θυσιών της. ”

Ο Ριζοσπάστης του προσφέρει μία μερική δικαίωση:
 “Εκείνο που κάνει την ποίηση του αληθινή και ανθρώπινη είναι η αγάπη του για το βασανισμένο βιοπαλαιστή της θάλασσας που τους πόνους, τους καημούς, τη σκληρή δουλειά του και τις λιγοστές χαρές του τραγούδησε ο ποιητής μας…”

Όμως, καμιά από τις δύο εφημερίδες της Αριστεράς δεν αναφέρεται στην αντιστασιακή του δράση, ούτε στη στάση του στον Εμφύλιο και στη Χούντα!
Ίσως γιατί είχε ξεχαστεί. Ίσως γιατί ποτέ δεν τον πολυήθελαν, επειδή έμενε σε “αστικές” γειτονιές και δεν τον θεωρούσαν πραγματικά δικό τους. Ίσως απλώς επειδή δεν είχε κομματική ταυτότητα…

Μεγάλο μέρος των στοιχείων του αφιερώματος αντλήθηκε από το έργο του Φίλιππου Φιλίππου, Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας(εκδόσεις Άγρα).

Τα πολιτικά ποιήματα του Νίκου Καββαδία

GUEVARA
Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: “Καμάρι μου, κοιμήσου”.
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Πού μ’ είδες και πού σ’ είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.
Ποιος το ‘λεγε, ποιος το ‘λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.
Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ’ τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα  της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαρεί με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.
Πυγολαμπίδες  παίζουνε στα μάτια τ’ ανοιχτά.
Στ’ όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει απ’ τα χείλη σου, που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.
T’ όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πια με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.
Χοσέ Μαρτί (Κόνδορας  πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ΄ ένα αλώνι).
απόψε οι δυο συντροφιαστοί  θα πιείτε μάτε.
Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαϊτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.
Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ’ αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο φίλος και στο μπόι σου το μετράει.
Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια…

Federico Garcia Lorca

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι
Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε,ακαμμάτης, τ’αχαμνά του
Του ταύρου ο Πικάσσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει
Κάτω απ’ τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια
Ατσίγγανε κι αφέντη μου
με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσια ένα αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά
Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.
– Lorca: Ισπανός δημοκράτης ποιητής που δολοφονήθηκε από Ισπανούς φασίστες στις 19 Αυγούστου του 1936 σε μια χαράδρα στο χωριό Βιθνάρ.
– Σταυροφόροι: Αναφορά στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, τα σώματα των εθελοντών δημοκρατών από άλλες χώρες που πήγαιναν στην Ισπανία για να πολεμήσουν εναντίον του δικτάτορα Φράνκο.
– Γκουέρνικα: Πόλη της Ισπανίας που το 1937 βομβαρδίστηκε από γερμανικό αεροπλάνο σε υποστήριξη του Φράνκο. Την αναπαρέστησε ο Πικάσο, στον ομώνυμο πίνακα του. (“του ταύρου  ο Πικάσο”) .
– Καισαριανή: Τόπος εκτέλεσης την Πρωτομαγιά του 1944 κομμουνιστών  που οι Γερμανοί είχαν παραλάβει φυλακισμένους από το καθεστώς Μεταξά.
– Δίστομο: Σφαγή κατοίκων Ιούνιο 1944, ως αντίποινα.

Αθήνα 1943

Οι δρόμοι κόκκινες γιομάτοι επιγραφές
τρανά την ώρα διαλαλούν την ορισμένη.
Αγέρας πνέει βορεινός απ’ τις κορφές
κι αργοσαλεύουνε στα πάρκα οι κρεμασμένοι.

Μες στην Αθήνα όλα τα πρόσωπα βουβά
και περπατάν αργά στους δρόμους ”εν κινδύνω”
ως τις εφτά που θ’ ακουστεί ”Σιστάς Μοσκβά”
και στις οχτώ (βαλ’ το σιγά) ”Εδώ Λονδίνο”.

Φύσα ταχιά σπιλιάδα, φύσα βορεινή.
Γραίγο μου κατρακύλα απ’ την Κριμαία.
Κατά τετράδας παν στο δρόμο οι γερμανοί
κάτου από μαύρη , κακορίζικη σημαία.

Μήνα το μήνα και πληθαίνουν οι πιστοί,
ώρα την ώρα και φουντώνει το μελίσι
ως τη στιγμή που μες στους δρόμους θ’ ακουστεί
η μουσική που κάθε στόμα θα λαλήσει.

Δημοσιεύτηκε στο παράνομο περιοδικό “Πρωτοπόροι”
τον Δεκέμβριο του 1943, με το ψευδώνυμο Α. Ταπεινός

Ἀντίσταση

Στo παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οἱ στεριές.
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβυούν καὶ εκεῖνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ᾿ όλες τὶς μεριές.
Μάτια λοξά καὶ τ᾿ αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.
Γιομάτα παν τα ιταλικά στην Ἐρυθρά.
Πουλιά σε αντικατοπτρισμό -Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Ἀβησσυνία.
Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ἰβηρική.
Ἀνάβουνε του Barriochino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες καὶ Γραικοί.
Γκρέκο καὶ Λόρκα -Ἱσπανία καὶ Πασιονάρια.
Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οἱ Γερμανοί.
Τ᾿ άρματα ζώνεσαι μ᾿ αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι καὶ σκοινί,
Οι κρεμασμένοι στα δέντρα, μπαίγνιο του ανέμου.
Κι απέ Δεκέμβρη, στην Ἀθήνα καὶ Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου από το Δρύ καὶ την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη καὶ τον Ἄρη.
Δημοσιεύτηκε στα «Ἐλεύθερα Γράμματα» στὶς 10 Αυγούστου 1945
στο φύλλο υπ᾿ αριθμόν 14.

Στον τάφο του Ἐπονίτη

Ἐπέταξα τη σάκα μου και τρέχω με τουφέκια
Μικρούλης φαίνομαι Ἀδερφέ, το μάτι δεν με πιάνει.
Στη μάχη όμως κουβάλησα χιλιάδες τα φουσέκια
κι ακόμα μ᾿ εἶδαν Γερμανούς να στρώνω στο ρουμάνι.
Στη γειτονιά μὲ ξέχασε το τόπι, το ξυλίκι.
Και μοναχά που πέρναγα με το χωνί στο στόμα.
Παιδί! Μα με λογάριασαν οι λυσσασμένοι λύκοι.
Τεράστιο το κουράγιο μου. Και που να δεῖς ακόμα.
Μία μέρα μας μπλοκάρανε. Δυο εμεῖς και αυτοί σαράντα.
Σφαίρα τη βρήκε την καρδιά πού ῾μοιαζε με γρανίτη.
Σε μία γωνιά με θάψανε χωρὶς ανθούς, μα πάντα
Σα ρόδο θα μοσκοβολάει ο τάφος του Ἐπονίτη.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Γενιά, Ιούνιος 1945.

Σπουδαστές

Σας είδα κάτου από την πύρινη βροχή
με τα πλακάτ καὶ τα σκουτιά τα ματωμένα
εσάς που κάματε τη δύσκολην αρχή
κεῖνα τα χρόνια τα βαρια τα κολασμένα.
Σήμερα βλέπω τα δικά σας τα παιδιά
σμάρι πηχτό μες στου πελάγου τη σπιλιάδα.
Πάντα κατάντικρα στην κάθε αναποδιά
και σ᾿ όσους πάνε να σταυρώσουν την Ἑλλάδα.
Ἀφιερωμένο στους Μάκη Ρηγάτο και Γιάννη Καούνη,
μέλη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη.
Δημοσιεύτηκε στην «Πανσπουδαστική» λίγο πριν από το πραξικόπημα του 1967.

http://pd-pkeote.blogspot.com.au/2014/02/blog-post.html

1 Comment

Filed under Uncategorized

«Πάνω στο φτερό του καρχαρία» – Σπάνια συνέντευξη του Νίκου Καββαδία

Μια από τις τελευταίες φωτογραφίες του Νίκου Καββαδία

Μια από τις τελευταίες φωτογραφίες του Νίκου Καββαδία

Με αφορμή τη σημερινή επέτειο από τη γέννηση του ποιητή που έζησε, έγραψε καιχόρεψε πάνω στο φτερό του Καρχαρία μέσα σε μια θάλασσα γιομάτη με λογής παράξενα φυτά παρουσιάζεται στο Ποιείν μια συνέντευξή του ποιητή Νίκου Καββαδία στον Γεράσιμο Α. Ρηγάτο για λογαριασμό της εφημερίδας«Δημοκρατική Πορεία» στο φύλλο 167, τη Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 1966.

Η συνέντευξη έγινε στο σπίτι της αδερφής του, Τζένιας Καββαδία, στη Δεξαμενή. Η συνέντευξη αυτή, όπως λέει ο ίδιος ο Ρηγάτος, (περιοδικό Ομπρέλα τ.71 01-02/2006 σ.9) δημιούργησε ένα κλίμα εμπιστοσύνης ώστε να δοθεί δύο χρόνια αργότερα, ίσως η πιο γνωστή συνέντευξη του Νίκου Καββαδία, στην«Πανσπουδαστική» στις 24 Μαρτίου 1967.

Παρακάτω η σύντομη και «σφιχτή» συνέντευξη*:
 
 «Δεν είναι καθόλου συνηθισμένο το φαινόμενο να καθιερώνεται και να περνά στη γραμματολογία μας ένας λογοτέχνης, με το πρώτο του κιόλας βιβλίο. Ο Νίκος Καββαδίας, όμως, ανήκει σ’ αυτή τη θαυμαστή μειονότητα. Το «Μαραμπού», η πρώτη ποιητική συλλογή του Ν.Κ, βγήκε στα 1933. Θέμα του οι ανοιχτές θάλασσες, τα λιμάνια, οι ναυτικοί κι ο κόσμος τους. Ποιήματα του πολύ αγαπήθηκαν, όπως και τα’ άλλα της συλλογής του «Πούσι», όπως και το πεζό του η «Βάρδια».
Ο ποιητής, Κεφαλονίτης στην καταγωγή και τη σκέψη γεννήθηκε στο Χαρμπίν της Ματζουρίας (1910), μεγάλωσε στον Πειραιά κι έζησε στις θάλασσες. Αυτόν τον καιρό «ξεμπαρκάρησε» για λίγο. Με την ευκαιρία αυτή, συναντήσαμε τον ποιητή, που παραχώρησε στην εφημερίδα την πιο κάτω συνέντευξη:


Πληροφορηθήκαμε τελευταία τη μετάφραση της «Βάρδιας» στα Γαλλικά. Τι θα είχατε σχετικά να μας πείτε; 

Μεταφραστής είναι ο Μισέλ Σωνιέ, που έχει μεταφράσει στα Γαλλικά Καζαντζάκη, Σεφέρη. Το βιβλίο θα εκδοθεί σε λίγο καιρό.

Πως βλέπετε τη σύγχρονη ελληνική ποίηση;

Πάντα είχαμε ποίηση, και τώρα έχουμε. Η ποίηση δε σταμάτησε ποτέ. Μπορεί κάποιες στιγμές να έχει εξάρσεις κι άλλες όχι, αλλά πάντα όταν εκφράζει τον καιρό της, ζει. Το ίδιο μεγάλη είναι η ποίηση σ’ οποιαδήποτε μορφή της, είτε την κλασική είτε την ελεύθερη…

Έχετε μήπως κάποιον ιδιαίτερο δεσμό με την Πάτρα;

Η Πάτρα είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου πόλεις σ’ όλον τον κόσμο. Έχω ζήσει για λίγο καιρό στην Πάτρα, στρατιώτης, προτού φύγουμε για το Αλβανικό μέτωπο. Κι άλλες φορές έχω έρθει στην Πάτρα, με καράβια, έχω περπατήσει στις εξοχές της, έχω και κάποιους φίλους εκεί. Ένα απ’ τα πράγματα που δεν αποχωρίζομαι στα ταξίδια μου είναι μια άποψη της Πάτρας απ’ το λιμάνι, ζωγραφισμένη από μία Γαλλίδα φίλη.

Τι γράφετε τον τελευταίο καιρό;

Γράφω διηγήματα και ποιήματα, πάντα με θέμα μου τις θάλασσες και τους ανθρώπους της – θαλασσογραφίες. Μα, κατά κάποιο τρόπο, και το κοινωνικό υπόβαθρο της μεγάλης εποχής μας, δεν με αφήνει ανεπηρέαστο.
 
Ο Νίκος Καββαδίας, ναυτικός, ποιητής, ετοιμάζεται και πάλι να μπαρκάρει. Θα λείψει ξανά αρκετά από κοντά μας. Μα θα τον νοιώθουμε ανάμεσά μας χάρη στο προοδευτικό, λυρικό, βαθιά ανθρώπινο έργο του».



*Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία της συνέντευξης

 **Ο Μιχάλης Γελασάκης είναι δημοσιογράφος, διευθυντής Σύνταξης του περιοδικού MusicPaper (www.musicpaper.gr ). Διετέλεσε αρχισυντάκτης και διευθυντής του περιοδικού “Δίφωνο’ και ραδιοφωνικός παραγωγός. Στίχους του έχουν μελοποιήσει διάφοροι συνθέτες.

***Αναδημοσίευση από το ttp://www.poiein.gr/archives/20868/index.html

1 Comment

Filed under Uncategorized

Τι δεν πρόλαβε να δει ο Νίκος Καββαδίας

Κάτι που δεν πρόλαβε, ήταν ν’ ακούσει τους στίχους του μελοποιημένους, από τον Γιάννη Σπανό, το Θάνο Μικρούτσικο, τη Μαρίζα Κωχ και τόσους άλλους αξιόλογους μουσικούς, διαφορετικών τάσεων και ικανοτήτων, που αργότερα καταπιάστηκαν με την ποίησή του, φέρνοντάς τη στα χείλη ανθρώπων, κυρίως νέων. Κι είναι άξιον απορίας, το ότι δεν επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο νωρίτερα, μιας και τα ποιήματά του, διαθέτουν από φυσικού τους μια μουσικότητα αξιοθαύμαστη!

Το 1977, δυο χρόνια μετά το θάνατο του Καββαδία, ο σκηνοθέτης Τάσος Ψαρράς γύρισε την κοινωνική σειρά “Πορεία 090” για λογαριασμό της τότε κρατικής τηλεόρασης. Το σενάριο, που υπογράφει ο ίδιος, είχε να κάνει με τις περιπέτειες και τις συνθήκες διαβίωσης των ναυτικών, στη διάρκεια ενός ταξιδιού του φορτηγού πλοίου «Αργώ» από την Πύλο, όπου επιβιβάζεται το καινούργιο πλήρωμα, μέχρι την Ιαπωνία, που είναι και ο τελικός προορισμός του ταξιδιού.

Η μουσική επένδυση της σειράς προτάθηκε στον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο, που εξέφρασε την επιθυμία ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά με την μελοποίηση ποιημάτων του Καββαδία. Ο ίδιος θυμάται…

“Ξεκίνησα να γράφω εκείνα τα τραγούδια του Καββαδία, τα οποία βγήκαν με πολλή άνεση. Κάθε νύχτα και τραγούδι, αν θυμάμαι καλά. Έτσι, προέκυψαν στην αρχή επτά τραγούδια, τα οποία πέρασαν στο σίριαλ. Μιλάμε δηλαδή για παραγγελιά, ωστόσο συνέχισα να κάνω Καββαδία ανεξαρτήτως του σίριαλ και μετά το ΄77. Είχα μαζέψει 13-14 τραγούδια και σκέφτηκα να κάνω ένα δίσκο. Εδώ αρχίζουν τα καλαμπουράκια. Το πρώτο είναι ότι του Πατσιφά, του ιδιοκτήτη της LYRA -ενός ανθρώπου που πραγματικά λείπει από τη δισκογραφία – δεν του άρεσε καθόλου η ιδέα, δεν μπορούσε όμως ούτε ήθελε να μου το αρνηθεί και μου είπε μάλιστα με την χαρακτηριστική φωνή του: Στο κάνω δώρο, δεν θα πουλήσει πάνω από 2.000. Κι αυτό σε μια εποχή που ακόμα και ο δίσκος που δεν πήγαινε καλά πουλούσε 30.000 και 40.000…”

Κάπως έτσι δημιουργήθηκε “Ο Σταυρός του Νότου”, ένας από τους σημαντικότερους και πλέον ευπώλητους δίσκους στην ιστορία της σύγχρονης Ελληνικής μουσικής !

2 Comments

Filed under Uncategorized

Νίκος Καββαδίας, Ἀγαπάω

Jean-Luc Godard | Masculin Féminin [1966]

Jean-Luc Godard | Masculin Féminin [1966]

Ἀγαπάω τ᾿ ὅτι θλιμμένο στὸν κόσμο.

Τὰ θολὰ τὰ ματάκια, τοὺς ἀρρώστους ἀνθρώπους,

τὰ ξερὰ γυμνὰ δέντρα καὶ τὰ ἔρημα πάρκα,

τὶς νεκρὲς πολιτεῖες, τοὺς τρισκότεινους τόπους.

Τοὺς σκυφτοὺς ὁδοιπόρους ποὺ μ᾿ ἕνα δισάκι

γιὰ μία πολιτεία μακρυνὴ ξεκινᾶνε,

τοὺς τυφλοὺς μουσικοὺς τῶν πολύβουων δρόμων,

τοὺς φτωχούς, τοὺς ἀλῆτες, αὐτοὺς ποὺ πεινᾶνε.

Τὰ χλωμὰ τὰ κορίτσια ποὺ πάντα προσμένουν

τὸν ἱππότην ποὺ εἶδαν μία βραδιὰ στ᾿ ὄνειρό τους,

νὰ φανῇ ἀπ᾿ τὰ βάθη τοῦ ἀπέραντου δρόμου.

Τοὺς κοιμώμενους κύκνους πάνω στ᾿ ἀσπρόφτερό τους.

Τὰ καράβια ποὺ φεύγουν γιὰ καινούρια ταξίδια

καὶ δὲν ξέρουν καλὰ -ἂν ποτὲ θὰ γυρίσουν πίσω

ἀγαπάω, καὶ θά ῾θελα μαζί τους νὰ πάω

κι οὔτε πιὰ νὰ γυρίσω.

Ἀγαπάω τὶς κλαμμένες ὡραῖες γυναῖκες

ποὺ κυττᾶνε μακριά,ποὺ κυττᾶνε θλιμμένα …

ἀγαπάω σὲ τοῦτον τὸν κόσμο -ὅ,τι κλαίει

γιατὶ μοιάζει μ᾿ ἐμένα.

[1929]

2 Comments

Filed under Uncategorized

Ο Νίκος Καββαδίας διαβάζει Φάτα Μοργκάνα

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Ο Μανώλης Αναγνωστάκης διαβάζει Καββαδία

Leave a comment

Filed under Uncategorized

ΟΙ ΕΠΤΑ ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ S/S CYRENIA

Οι αδελφοί Καββαδία

Οι αδελφοί Καββαδία

Στην Έλγκα

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μη το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίττες ζυμώνει.

Απ’ το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.
– Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγας γιος θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι
σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρουθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουν οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.
– Μ’ ένα ξυστρί καθάρισέ με από τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
– Γιε μου, που πας; – Μάνα, θα πάω με τα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…
Ο πιο στερνός μ’ ένα αυλό με νανουρίζει.

Colombo 1951

2 Comments

Filed under Uncategorized

Νίκος Καββαδίας, Λι

Photograph-(10)

Το 1987, από τις εκδόσεις Άγρα, θα εκδοθεί για πρώτη φορά το μικρό αφήγημα “ΛΙ”. Φέρει ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου 1968 και διηγείται τη σύντομη συνάντηση του αφηγητή με μια μικρή Κινεζούλα, όταν το πλοίο του φούνταρε ανάμεσα Καουλούν και Χονγκ Κονγκ και περιμένανε να το παραδώσουν στους καινούργιους αγοραστές και να φύγουνε. Μεταφορά του διηγήματος στον κινηματογράφο αποτελεί η ταινία του Marion Hänsel “Between the Devil and the Deep Blue Sea” με πρωταγωνιστή τον Stephen Rea, που προβλήθηκε το 1995…
Δεκάδες μελέτες και αλλεπάλληλες επανεκδόσεις του έργου του, αφιερώματα στα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης, διατηρούν τη μορφή του Μαραμπού ολοζώντανη ανάμεσά μας, μέχρι και σήμερα. Ο Καββαδίας δεν είναι απλώς “ο ποιητής της θάλασσας”. Αν ήταν, η αμείλικτη εποχή μας θα τον προσπερνούσε. Χρησιμοποίησε τη θάλασσα για να φτάσει στη στεριά. Με προβολές-σφήνες, ενώνει τη στιγμή που βρίσκεται στη θάλασσα με μιαν εικόνα απ’ τη στεριά, κάπου αλλού, μπορεί εδώ ή πολύ μακριά, σε άλλους τόπους και χρόνους, μπορεί πολύ παλιά ή τώρα. Ήταν βέβαια, φύση παράξενη και ιδιόρρυθμη. Τον χαρακτήριζε το ονειροπόλημα του ποιητή, το ταμπεραμέντο του ναυτικού και η καλοσύνη του μικρού παιδιού, του άφθαρτου, του αλώβητου, του παιχνιδιάρικου και αυτάρεσκου.

Και όλ’ αυτά μαζί, συνθέτανε την ανεπανάληπτη προσωπική γοητεία του! Πέρα από το ποιητικό έργο του, μας κληροδότησε και την ανθρωπιά του, αναπόσπαστο στοιχείο για τη συναρμογή μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας που θα μείνει στη μνήμη μας άσβεστη και πάντοτε πολύ αγαπητή !

*Από το http://sendec.blogspot.com.au/2012/08/blog-post_10.html

“… Στάθηκε μπροστά μου πατώντας ανάλαφρα στα δάχτυλα των ποδιών για να δείξει ψηλότερη. -Λοιπόν θα με πάρεις;
-Ναι. Πώς σε λένε; Μού’πε κάτι που θά’ταν αδύνατο να το θυμηθώ και να το ξαναπώ.
-Θα σε λέω Λι, της είπα. Συμφώνησε.
-Πόσο χρονών είσαι;
Σήκωσε τα δάχτυλα και με μούντζωσε και με τα δέκα δάχτυλα. Κατάλαβα.
[…] Μπήκαμε στο Καρρέ. Πήρα ένα αυγό ωμό και της τό’δωσα. Τό’σπασε και τό’δωσε του αδερφού της. Το κατάπιε σα φίδι.
-Φάε ό,τι θέλεις, της είπα.
-Δώσε μου, αποκρίθηκε.
-Διάλεξε μόνη σου.
Δίστασε. Πήρε λίγο απ’όλα και τα τύλιξε σ’ένα χαρτί. Κίνησε να φύγει. Την κάθισα δίπλα μου με το ζόρι. Πήρα ένα μπισκότο και το πλησίασα στο στόμα της. Έσφιξε τα χείλα της.
-Γιατί δεν τρως;
-Πρέπει να το πάω στο σπίτι.
-Φάε αυτό, θα σου δώσω κι άλλο.
-Και το άλλο θα το πάω.
-Ποιός σ’έμαθε έτσι;
-Κανείς.
Τότε;
Τσιμουδιά. Το πήρε, έκοψε λίγο και το μάσησε ανόρεχτα. Έδωσε το περισσότερο στον αδελφό της που το κατάπιε σα γλάρος.
[…]
Το απόγευμα ανέβηκα στον Ασύρματο. Έλαμπε από την πάστρα. Το ίδιο κι η κάμαρά μου. Η μικρή καθόταν σ’ένα πεζούλι, το μωρό κοιμόταν στα γόνατά της. Σηκώθηκε και τό’βαλε στην πλάτη. -Πολλά βιβλία, είπε, είναι δικά σου;
-Ναι.
-Και τά’χεις διαβάσει;
-Όλα. -Θα ξέρεις πολλά.
-Όχι περισσότερα από σένα, συλλογίστηκα, κι ό,τι δεν ξέρω το μαθαίνω τώρα από σένα, στα σαράντα μου. […]
Είμαι ένας ατζαμής – ο μεγαλύτερος που ξέρω- στις κρίσιμες ώρες. Λέω κάτι κουβέντες, που δεν έχουν καμιά θέση κείνη την ώρα και που τις θυμούνται οι άλλοι και περισσότερο απ’όλους εγώ όταν έρχονται στο νου μου, την ώρα που πάω να κοιμηθώ, και με βασανίζουν. Είναι κάτι παγίδες που στήνω σ’εμένα τον ίδιο.
-Θα με θυμάσαι όταν φύγω; τη ρώτησα. Θα με θυμάσαι;
Δεν αποκρίθηκε.
Γιατί τό’πα; Για να μου απαντήσει μ’ευχαριστίες; Να μου δείξει τί μου χρωστούσε; Ποιός δαίμονας ξέρει; Και με γαργαλάει με την ουρά του, καταστρέφει την ευτυχισμένη στιγμή και κάνει τους άλλους να τραβιούνται από μένα. […]
-Πάρε όσα αυγά περίσσεψαν, είπε, και μια ντουζίνα κονσέρβες σολομό. Δώσε τα στην ψυχοκόρη σου να μην πάνε χαμένα. Κάθε πρωί ερχόταν και μου γέμιζε το θερμός νερό. Της τό’πα.
-Τώρα είμαι πλούσια, είπε. Καμιά σ’όλα τα Σαμπάν δεν έχει το βιος μου.
Κατέβασε το κεφάλι της.
-Το ευχαριστώ είναι πρόστυχη πληρωμή. Όταν δυο άνθρωποι ζούνε ο ένας με την ανάσα του άλλου δε χωράει πληρωμη. -Θα ξαναγυρίσω, της είπα.
-Κανείς δεν ξαναγυρίζει. Ο καλός Δράκος κατεβαίνει στα σπίτια μας μονάχα μια φορά. Πολλοί δεν τον έχουν ούτε συναντήσει. Εγώ τον είδα.
-Τότε γιατί δεν τον δένεις με σκοινί της Μανίλλα, να μη σου φύγει.
-Όσοι τον αγγίσανε μίκρυνε. Έγινε ένα σκουλήκι ίσαμε το νύχι μου. Σκλαβωμένος δε μπορεί πια να κάνει καλό.
-Πώς είναι;
-… είναι κεντημένος με χρυσές κλωστές σε μεταξωτό του Σαντούνγκ.
-Και πώς βοηθάει;
-Δε βοηθάει. Προλαβαίνει. Όταν κάποιος πέσει στο ποτάμι, κανείς δικός του δεν τον βοηθάει. Δεν πρέπει. Το σωστό είναι να τον προλαβαίνουν πριν πέσει. Είναι νάνος, σκέφτηκα. Δεν είναι φυσικό να μιλάει έτσι.
-Την αλήθεια, πες μου την αλήθεια, της είπα. Πόσο χρονών είσαι;
-Όσο και προχτές που με ρώτησες. Δέκα. Μα γιατί ρωτάς; […] Στο τελωνείο του Πειραιά, ένας ελεγκτής, ψάχνοντας τις αποσκευές μου, βρήκε στον πάτο ενός σάκου που δεν είχε ανοίξει από την ημέρα που αφήσαμε το καράβι ένα μικρό δέμα από στρατσόχαρτο. Το άνοιξε. Ξετύλιξε με προσοχή μια μικρή παλιά παντιέρα πού’χε στο μάκρος της ένα Δράκοντα κεντημένο με χρυσοκλωνά ξεφτισμένη.
Τη χαρακτήρισε “αντικείμενο άνευ αξίας” και την ξανάβαλε στη θέση της.”

**Τὸ ἰδεόγραμμα τοῦ ὀνόματος «Λί», ποὺ ἐμφανίζεται στὸ ἐξώφυλλο καὶ στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ βιβλίου σὲ διάφορες παραλλαγές, καλλιγραφήθηκε ἀπὸ τὸν Κινέζο ἠθοποιὸ καὶ ζωγράφο Tielin Zhang γιὰ τὴν ἔκδοση. 1η ἔκδοση: Ἄγρα, 1987-1997.

2 Comments

Filed under Uncategorized