Νίκος Καββαδίας, Αγαπάω

Αγαπάω τ’ ό,τι θλιμμένο στον κόσμο,
Τα θολά τα ματάκια, τους άρρωστους ανθρώπους,
Τα ξερά, γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
Τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ’ ένα δισάκι
Για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε.
Τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,
Τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε

Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
Τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στο όνειρό τους
Να φανεί απ τα βάθη του απέραντου δρόμου
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους

Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
Και δεν ξέρουν καλά αν θα γυρίσουν ποτέ πίσω
Αγαπάω, και θα θελα μαζί τους να πάω,
Κι ούτε πια να γυρίσω

Αγαπάω τις κλαμένες, ωραίες γυναίκες
Που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα.
Αγαπώ σε τούτον τον κόσμο ό,τι κλαίει
Γιατί μοιάζει με μένα.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή;…

“Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου ‘δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ’ άκουα να μασάς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να ‘χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι…”

*Νίκος Καββαδίας, «Στο άλογό μου»
**Το πήραμε από τη σελίδα του Niks Ximaira στο facebook.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

«Αγαπάω»: Το υπέροχο ποίημα που έγραψε ο Νίκος Καββαδίας όταν ήταν μόλις 19 ετών

Από τα «Ανένταχτα» του Νίκου Καββαδία, το ποίημα «Αγαπάω», δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Παύλου Δρανδάκη. Τότε ο μεγάλος ποιητής ήταν δεν ήταν 19 ετών. Αλλά αν και τόσο νέος, μικρό παλικαράκι, η ευαισθησία του και το απίστευτο ταλέντο του στον χειρισμό της γλώσσας σε μαγεύουν.

Το ποίημα έχει τίτλο «Αγαπάω» και δεν έχει συμπεριληφθεί σε καμία από τις 3 ποιητικές συλλογές του:

Αγαπάω τ’ ό,τι είναι θλιμμένο στον κόσμο
Τα θολά ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ’ ένα δισάκι
για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβοων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.

Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότην που είδαν μια βραδιά στ’ όνειρό τους,
να φανεί απ’ τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους
Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά – αν ποτέ θα ‘ρθουν πίσω
αγαπάω, και θάθελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πια να γυρίσω.

Αγαπάω τις κλαμένες ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα…
αγαπάω σε τούτον τον κόσμο – ό, τι κλαίει
γιατί μοιάζει μ’ εμένα.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Σύντομο υπόμνημα στο ποίημα “Yara Yara” του Νίκου Καββαδία

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

To ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην τελευταία ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία, Τραβέρσο (1975). Γραμμένο το 1951, λίγα μόλις χρόνια μετά τη δημοσίευση της συλλογής Πούσι (1947), το «Yara Yara» απηχεί ακόμη το κλίμα και τη θεματολογία αυτής της συλλογής.

Πιο συγκεκριμένα, η σκηνοθεσία και η ατμόσφαιρα του ποιήματος θυμίζουν αρκετά τη «Στεριανή Ζάλη» από το Πούσι. Tο πλοίο βρίσκεται προσαραγμένο σε ένα μεγάλο λιμάνι, εν προκειμένω το λιμάνι του ποταμού Yara Yara (ή Yarra) στο Port Melbourne, προάστιο της Μελβούρνης της Αυστραλίας. Tο ποιητικό Εγώ αναπολεί με τρόπο ασύντακτο και συνειρμικό σκηνές και συναισθήματα που περιστρέφονται γύρω από τη ναυτική ζωή και την εμπειρία ενός χαμένου έρωτα.

Το φόντο είναι και πάλι μουντό και μελαγχολικό: αντί για το «πηχτό» λονδρέζικο πούσι του παλαιότερου ποιήματος, στο «Yara Yara» κυριαρχεί ο «γκρίζος ποταμός», του οποίου τα νερά κυλάνε «βαρετά» μέσα στα καυσαέρια των βουβών, πελώριων φορτηγών. Ο ποταμός αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή ισότιμο με τα καράβια που ελλιμενίζονται στα νερά του και τις θολές ανθρώπινες φυσιογνωμίες που τα επανδρώνουν.

Ο Καββαδίας ταξιδεύει προς τη Μελβούρνη ως ασυρματιστής («μαρκόνης») στο επιβατικό ατμόπλοιο S/S Cyrenia. Το καράβι αυτό, που απαθανατίστηκε στο ποίημα “Οι εφτά νάνοι στο S/S Cyrenia“, ανήκε τότε στην εταιρεία Hellenic Mediterranean Lines και έκανε τη γραμμή Γένοβα-Πειραιάς-Μελβούρνη-Σίδνεϋ μεταφέροντας στην Αυστραλία Ιταλούς και Έλληνες μετανάστες.

*Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου σε αναδημοσίευση από εδώ: https://antonispetrides.wordpress.com/2014/06/21/kavvadias_yara-yara/?fbclid=IwAR1Zm5kG2PzR_h80Rxx11CTYPXw7JmsxV42cEfVzkcGHA4HICPAW3kXls-U

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Σελίδες για τον Νίκο Καββαδία, στο νέο “Οδός Πανός”, τεύχος 184, Οκτ.-Δεκ. 2019

Leave a comment

by | September 11, 2019 · 11:21 am

Νίκος Καββαδίας, Kasbah

Τραβούσαμε με βήμα αργό προς την Κασμπά.
Φέσι αλγερίνικο φορούσε ο συνοδός μου.
Το στίχο ποίηση το λαμπρότερό σου δώσμου
για να ιστορήσω κάποια πράγματα θαμπά.

Ο ανήφορος ψηλός πολύ και σκαλωτός,
αρχαία γιομάτος μαγαζιά κι οπλοπωλεία.
Η παραλία κάτου φαινόταν με τα πλοία
κι ένας πολύγλωσσος που ερχόταν συφερτός.

Μαύρες γυναίκες, στολισμένες με λευκά,
Αλγερινές που εθορυβούσαν κι εγελούσαν
και ναυτικοί από ξένες χώρες που φορούσαν
κάσκες παράδοξες και ρούχα τροπικά.

Σπίτια παλιά, δίχως παράθυρα, ψηλά
κι απά σε πέτρινα πεζούλια καθισμένες
πατρόνες γριές, σαν από κόλαση βγαλμένες
παίζανε ζάρια και τραβούσανε λουλά.

Μες σε κοιτώνες χωρισμένους, σκοτεινούς,
απάνου σε φαρδιά και βρώμικα κρεββάτια,
άσπρες και μαύρες, με φρικτά κι άφωτα μάτια
δίχως ορίζοντα και δίχως ουρανούς.

Μέσα στο νούμερο «Ταλαάτ» ένα λευκό
κορμί γυναίκας σ’ ένα ολόμαυρο μεντέρι
στα χέρια της παίζει με τέχνη ένα μαχαίρι
κι ένα χοντρό βιβλίο διαβάζει, παλαιικό.

Με χαιρετά με μιαν ευχήν αραβική
και μου μιλεί από κάθε γλώσσα λίγα λόγια
που της εμάθαν μες τα ξένα καταγώγια
όσοι κοιμήθηκαν μαζί της ναυτικοί.

Ομως κρατά μετά τα χείλη της κλειστά.
Αν μείνεις -μου ‘πε- τ’ όνομά μου μη ρωτήσεις.
Μισώ τις μάταιες εξομολογήσεις
και των αντρών τα μάταια λόγια τα ζεστά.

Μείναμε δίχως να μιλάμε ως την αυγή
κι όταν επλήρωσα και κίνησα να φύγω,
κουδούνισε τα χρήματα στο χέρι λίγο
και μου τα πέταξε στο πρόσωπο με οργή.

Και μου πε: Αν ζήσατε πολύ στους τροπικούς
κι αν εδιαβάσατε παράξενα βιβλία,
μάθατε μόνο να οδηγάτε αργά τα πλοία,
στους χάρτες σκύβοντας τους Μερκατορικούς.

Αλλά το ασάλευτο ταξίδι των πορνών,
ποιός από σας, τυφλοί, ποτέ το βλέπει;
Ο μεσονύχτιος ήλιος πάντοτε το σκέπει
και τ’ άστρο κάποιων άγνωστών σας ουρανών.

Εβγήκα. Απέξω από την πόρτα της σειρά
προσμέναν Γάλλοι, Εγγλέζοι και Σενεγαλέζοι.
Κι αυτή κλεισμένη το μαχαίρι της να παίζει,
πετώντας το στον τοίχο τούτη τη φορά.

Κι ετράβηξα τρεκλίζοντας με βήμα αργό,
ώσπου έφτασα, με τη βοήθεια του κυρίου
απ’ την αρχαία πολιτεία του Αλγερίου
στο ξεβαμμένο μας τεράστιο φορτηγό.

1 Comment

Filed under Uncategorized

N.Kαββαδίας, Black and white (αφιερωμένο στον Μ. Καραγάτση)

[…και παπαγάλος είναι, όποιος επαναλαμβάνει ό,τι ακούει χωρίς να ξέρει τι λέει]

“μέσα μου μιλεί ένας παπαγάλος/γέρος στραβομύτης και μεγάλος/μα γιομάτος πείρα και σοφός”

[-ενώ ο Πεταλούδας …,καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη για ένα φόνο που δεν διέπραξε ποτέ.]

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Κώστας Χαριτάτος – Αντινομία (Νίκος Καββαδίας)

Ποίηση: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Κώστας Χαριτάτος
Ερμηνεία: Κώστας Χαριτάτος
Δίσκος: Μοτέρ (LYRA, 1988)
Ενορχήστρωση: Γιώργος Ανδρέου

Ὁ ἔρωτάς σου μία πληγὴ καὶ τρεῖς κραυγές.
Στὰ κόντρα σκούζει ὁ μακαρᾶς καθὼς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη τοῦ βυθοῦ – χίλιες ὀργιὲς –
τοῦ Ποσειδώνα ἐγὼ σὲ κέρδισα στὸ ζάρι.

Καὶ σ᾿ ἔριξα σ᾿ ἕνα βιβάρι σκοτεινὸ
ποὺ στέγνωσε καὶ ξανεμίστηκε τὸ ἁλάτι.
Μὰ ἐσὺ προσμένεις ἀπ᾿ τὸ δίκαιον οὐρανὸ
τὸ στεριανό, τὸ γητευτή, τὸν ἀπελάτη.

Ὅταν θὰ σμίξεις μὲ τὸ φῶς ποὺ σὲ βολεῖ
καὶ θὰ χαθεῖς μέσα σὲ διάφανη ἀμφιλύκη
πάνω σὲ πράσινο πετούμενο χαλί,
θὰ μείνει ὁ ναύτης νὰ μετρᾶ τὸ ἄσπρο χαλίκι.

*Από τη συλλογή “Τραβέρσο” (1975).

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Yara yara – Νίκος Καββαδίας – Τραγουδάνε Οι Ξέμπαρκοι

Σύνθεση – ερμηνεία: Ηλίας Αριώτης – Νότης Χασάπης

«…Mόλις φθάναμε στο τελευταίο λιμάνι, έπεφτα να κοιμηθώ, κι όταν ξυπνούσα τους είχε καταπιεί όλους η πάχνη του Yara Yara. Πού είχε πάει κείνος ο αχός, το βουητό που με κοίμιζε τόσες μέρες, που το βαριόμουνα και που τ’ αγαπούσα».
Νίκος Καββαδίας.

Βράδυ του 1951 η εργατούπολη του Williamstown ησυχάζει. Γύρω απλώνονται τα φώτα της Μελβούρνης. Ο Yara Yara «κυλάει βαρετά ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά». Στο κατάστρωμα του S/S Cyrenia ίσως να βαριέται και ο ίδιος ο ποιητής.

Yara yara.

Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος
σε σπίτι μέσα ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.

Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω
στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα
ναυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει -μην το πεις αλλού- σα γάτα η λαμαρίνα
και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

Το ντύμα πάρε του φιδιού και δως μου ένα μαντίλι
εγώ και σ’ έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό.
Βίρα Κεφαλονίτισσα και μάινα το καντήλι
σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

Σου πήρα από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ’ το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
έβενος, γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.

Φώτα του Melbourne βαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά
φέρνοντας προς το πέλαγος χωρίς να δίνει δυάρα
του κοριτσιού το φίλημα του στοίχισε ακριβά.

Γερά την ανεμόσκαλα καφέ για τον πιλότο
λακίζετε αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Και σένα που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.

Μια βάρκα θέλω ποταμέ να ρίξω από χαρτόνι
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; – ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

“Λένε γιὰ μένα οἱ ναυτικοὶ ποὺ ἐκάμαμε μαζὶ…

“Λένε γιὰ μένα οἱ ναυτικοὶ ποὺ ἐκάμαμε μαζὶ
πὼς χρόνια τώρα μὲ γυναίκα ἐγὼ δὲν ἔχω πέσει,
πῶς εἶμαι παλιοτόμαρο καὶ πὼς τραβάω κοκό.
Μ᾿ ἂν ἤξεραν οἱ δύστυχοι, θὰ μ᾿ εἶχαν συχωρέσει…”

Leave a comment

Filed under Uncategorized