Νίκος Καββαδίας: Η λύτρωση μέσα από το δρόμο της καρδιάς

Του Γιώργου Αναγνωστόπουλου*

Το μπόι της ψυχής του δεν μετριόνταν από το ύψος του, αλλά από το βλέμμα στα μάτια του, καθώς ατένιζε τις θολές γραμμές των οριζόντων που είχαν πλημυρίσει την καρδιά και τη σκέψη του.

Μα και το χαμόγελο του ξεχείλιζε αληθινό από το εύρος της καρδιάς του, καθώς, αν και ανάξιος εραστής για όσα αγάπησε, αλλά δεν αποτόλμησε να ζήσει, λείαναν την ψυχή του πάνω στο αμόνι της έλλειψης και του πόνου.

Και καθώς ο εξομολογητικός, μελαγχολικός του χαρακτήρας δεν τον άφηνε ήσυχο, άπλωνε τη λύπη του με μελάνι πάνω στο χαρτί, μήπως έτσι κατάφερνε να τη λησμονήσει.

Μα ο εαυτός του, που πάντα ζητούσε το λόγο για το κάθε τι, στο τέλος υψώθηκε πιο ψηλά από το ίδιο του το κορμί και τότε ό,τι πιο δειλό, ό,τι πιο ανάξιο, ό,τι πιο προδοτικό για όσα δεν έπραξε, για όσα δείλιασε, για όσα δεν κατάφερε, συνειδητοποίησε πως κάποια στιγμή θα ερχόταν η ώρα που θα οπλιζόταν εναντίων του.

Παρόλα αυτά ο πόθος του γι’ αυτή την άγνωστη γυναίκα, τη γυναίκα θάλασσα, θα συνεχίσει να τον καθορίζει σε όλη του τη ζωή, και ας χαίρονταν οι δικοί του πως τάχα όλα αυτά ήταν κάποιες παιδικές, αφελείς παρορμήσεις του, μιας και ο ίδιος γνώριζε πως η μόνη λύτρωση απέναντι στο άγνωστο και το φόβο του θανάτου, που αργά ή γρήγορα έρχεται για όλους, γι’ αυτόν θα ήταν να βρεθεί μακριά, μέσα στη βαθιά αγκαλιά της.

Μιλάμε για τον Έλληνα ποιητή, πεζογράφο και ναυτικό Νίκο Καββαδία (1910 – 1975) ο οποίος έγραψε αυτό το υπέροχο ποίημα που έχει τίτλο: «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής». Ο τίτλος του ποιήματος, του οποίου τμήμα μελοποιήθηκε για να γίνει αυτό το τραγούδι, είναι το “Mal du depart” το οποίο στα Γαλλικά μεταφράζεται σε «Πόνος της φυγής». Ένας πόνος που εκδηλώνεται στη συνείδηση του ποιητή ως αποτέλεσμα των επιλογών του. Το “Mal du depart” γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και συμπεριλήφθηκε στο «Μαραμπού» την πρώτη ποιητική συλλογή του που εκδόθηκε το 1933 από το περιοδικό «Ο Κύκλος» και είναι αφιερωμένο στον φίλο του Μέμα Γαλιατσάτο.

Ιδανικός Κι Ανάξιος Εραστής

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα `χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
“Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει”.

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες,
θα `χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Τον Φεβρουάριο του 1975 ο Νίκος Καββαδίας θα πεθάνει από εγκεφαλικό επεισόδιο. Μερικούς μήνες αργότερα, την ίδια χρονιά, ο σπουδαίος συνθέτης Γιάννης Σπανός είναι ο πρώτος που «θα τολμήσει» να μελοποιήσει αυτό το εκπληκτικό ποίημα, το οποίο θα ερμηνεύσει με τη μαγευτική του φωνή ο Κώστας Καράλης και θα μας ταξιδεύει κάθε φορά που το ακούμε στο Μαδράς, τη Σιγκαπούρ, τ’ Αλγέρι, το Σφαξ, έως τη θολή γραμμή των οριζόντων και τις μακρινές Ινδίες. Ενώ αργότερα, τη σκυτάλη θα παραλάβουν η Μαρίζα Κωχ και κυρίως ο Θάνος Μικρούτσικος.

Την εποχή εκείνη που έγραφε τα σπουδαία αυτά ποιήματά ο Νίκος Καββαδίας θεωρούνταν παρακατιανός από τους ομότεχνούς του, μιας και όλα του τα πονήματα περιστρέφονταν γύρω από τη θάλασσα. Σήμερα όμως, καθώς ο χρόνος είναι και θα παραμένει ο πιο μεγάλος κριτής, τολμούμε να πούμε γι’ αυτόν τον σπουδαίο ποιητή πως, αν και δεν πέθανε στη θάλασσα όπως επιθυμούσε, παρά σ’ ένα κρεβάτι ενός νοσοκομείου της Αθήνας, τους «Αγίους Αποστόλους», πως: Όχι η κηδεία σου δεν ήταν σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες, γιατί κατάφερες να κυνηγήσεις τα όνειρά σου και δεν παρέμεινες ένας ιδανικός και ανάξιος εραστής. Κοιμήσου ήσυχα λοιπόν ποιητή της θάλασσας, γιατί έδειξες το δρόμο της καρδιάς σε όλους μας.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.gnomionline.gr/nikos-kavvadias-i-lytrosi-mesa-apo-to-dromo-tis-kardias/?fbclid=IwAR2Nstdjq5lftelpZjZY_vQqEQ6tB41JNHQAZukdGq4YLLH5QpOe-XxIbTI

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Αφιέρωμα στην Ποίηση | Νίκος Καββαδίας | Μέρος Α’

Ακούστε… μέσα από τον αξεπέραστο ποιητικό λόγο του Νίκου Καββαδία , πώς περιγράφεται η εμμονική αγάπη ενός ανθρώπου στη θάλασσα, στα μακρινά ταξίδια, στη φυγή…

Επιμέλεια: Δημήτρης Φιλελές

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ – ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΚΙ ΑΝΑΞΙΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ- MAL DU DEPART
Ακούστε το ποίημα εδώ:

θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ, τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα `χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά:
“Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει”

Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα `χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

Νίκος Καββαδίας

Ποιητική συλλογή «Μαραμπού», εκδ. Κέδρος

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ – ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ
Ακούστε το ποίημα εδώ:

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικάνικον ατσάλινο μαχαίρι
– όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες-
που από έναν γέρον έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να `τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το `χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το `χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του, γιατί τον απατούσε.
Ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο·
χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μι’ άγκυρα κ’ ένα οικόσημο έχει,
είν’ αλαφρύ, για πιάσε το· δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις».
-Πόσο έχει; Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις, πάρτο.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το ’καμα δικό μου·
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…

Νίκος Καββαδίας

Ποιητική συλλογή «Μαραμπού», εκδ. Κέδρος.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://ipolizei.gr/afierwma-sthn-poihsh-nikos-kavvadias/?fbclid=IwAR1b3CGcZtu4YpMjwb0ivAJi8a4Yzo7DReMT6UO-ULxCMDzu7WY358_5KhY

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Πολλοί άνθρωποι προχωρούν στη ζωή…

«Πολλοί άνθρωποι προχωρούν στη ζωή με τα δύο πόδια, άλλοι με τα τέσσερα και άλλοι, πολύ λίγοι, με φτερά»
Νίκος Καββαδίας (1910-1975)

Στη φωτογραφία, ο Νίκος Καββαδίας με πατρόνες σε οίκο ανοχής (Αρχείο οικογένειας Ν. Καββαδία)

*Πηγή: Νίκος Χίμαιρα

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Τηλεοπτική συνέντευξη του Νίκου Καββαδία στο ΡΙΚ το 1965

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a comment

Filed under Uncategorized

ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ προς ΚΑΒBΑΔΙΑ

ΝΑ ΠΑΣ ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΕΠΙΣΗΜΗ ΠΑΓΟΔΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΚΕΡΙ, ΜΕΓΕΘΟΣ ΚΑΝΟΝΙΚΗΣ ΨΩΛΗΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΝΣΕΠΤΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΤΟΥ ΣΙΝΤΙΔΑΡΤΑ ΓΚΟΥΤΑΜΑ. ΝΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙΚΑΛΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΜΕΡΟΥΣ ΜΟΥ, ΝΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΦΥΛΑΕΙ ΑΠΟ ΠΡΩΙΜΑ ΓΗΡΑΤΕΙΑ, ΒΛΑΚΩΔΗ ΚΟΜΠΛΕΞ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΑΦΡΟΔΙΣΙΑΚΗ ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΩΣΠΟΥ ΝΑ ΒΡΕΘΕΙ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΤΗΣ

ηγή: Στέφανος Ζησσόπυολος (στο Facebook).

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Νίκος Καββαδίας, Βάρδια έκτη. Nikos Kavvadias, Le Quart

Winslow Homer, La Vigie, 1896, Huile sur Toile, 101,6×76,8 cm, Boston, museum of Fine Arts.

Δε βλέπεις παραπέρα από ένα μέτρο, από μισό, λιγότερο, τίποτα, περισσότερο κι από τίποτα. Το ‘χει από νωρίς κατεβάσει. Το πούσι1 έχει τη δική του μυρωδιά, όπως η καταιγίδα, ο τυφώνας, η τρικυμία του κάθε καιρού. Πώς μυρίζει ! Γιομίζει τα ρουθούνια μου, μα δεν μπορώ να σου πω …Ιουδήθ2 ! Είσαι δέκα χιλιάδες μίλια μακριά από το Gomel3 και πέντε από μένα. Ανασαίνεις τον ιδρώτα του Τάσμαν.

S/S* Cyrenia (Κυρήνεια) ή Manganui. *Το S/S που χαρακτήριζε το Κυρήνεια είναι Ship Prefix για τα ατμόπλοια (SteamShip).

Είμαι σίγουρος πως έχεις λησμονήσει κείνη τη νύχτα, πάνω στο κατάστρωμα του «Cyrenia»4, δίπλα στο φανάρι του Μινικόι5.

Φορούσες τη νύχτα. Το πορφυρό φόρεμά σου σερνόταν κουρέλι στα πόδια σου, τα λιανά σου πόδια με τα πέδιλα των Φοινίκων. Το κλώτσησες και χάθηκε στο πράσινο κρουζέτο6, πίσω από τη βάρκα. Σαλεύει μονάχα του ματιού σου το πράσινο.

— Φόρεσε το ρούχο σου. Σκεπάσου. Παρακαλώ σε, φόρεσέ το.

— Το παίρνει ο μουσώνας. Δε βλέπεις;

— Είσαι σα γυμνή λεπίδα κινέζικη.

— Θέλω τη θήκη μου.

Ιουδήθ!… Όλα τα πράματα έχουνε δική τους μυρωδιά.

Οι άνθρωποι δεν έχουν. Την κλέβουν από τα πράματα. Τα κόκκινα μαλλιά σου μυρίζουν σαν το αμπάρι της Πίντα7, όταν γύριζε από το πρώτο ταξίδι. Στενοί δρόμοι του Γκέττο8 … Streets are not safe at night. Avoidall saloons. Chagall: Ο Αρχιραβίνος.

— Ατζαμή ! Φίλησέ με.

— Μιαν άλλη φορά. Όταν ξαναβρώ τη γεύση μου.

— Την έχασες; Πού;

— Στο Barbados9… Στην άμμο. Την ξέχασα στα χείλια μιας μαύρης.

— Καλά. Δάγκασέ με μονάχα. Να πονέσω.

— Δεν έχω δόντια. Τ’ άφησα σ’ ένα μάγκος άγουρο, εδώ πέρα, αντίκρυ στο Cochin10.

— Χάιδεψε.

— Ιουδήθ… Με τι χέρια… έχασα την αφή μου πάνω στο ξεβαμμένο μεταξωτό μιας πολυθρόνας, σ’ ένα σπίτι στο Ικίκι11… Εκεί ανάμεσα… Μαζί κι ένα ζαφείρι… ένα μεγάλο ζαφείρι.

— Τότε κοίταξέ με στα μάτια. Γιατί τα κρατάς καρφωμένα χάμω; Κοίταξε με, λοιπόν.

— Δεν είναι τα δικά μου. Εκείνα τα φορά ένας γέρος ζητιάνος, στο Βόλο. Τ’ αλλάξαμε.

— Κοίταξέ με με τα δικά του.

— Ήταν τυφλός. Τον βαστούσε ένα κορίτσι από το χέρι.

— Άσε με να σε βαστάξω κι εγώ από το χέρι.

— Ναι.

— Πάμε. Κρυώνω.

— Στάσου, να σου πω ένα παραμύθι.

— Δε θέλω… Πάμε.

— Κάνει ζέστη μέσα. Ο ανεμιστήρας έχει χαλάσει. Βρωμάει σα φαρμακείο. Είναι κάτι λερωμένα σεντόνια. Μια βρώμικη λεκάνη. Ένας σκορπιός που τρέχει στους τοίχους. Φοβάμαι…

— Το σκορπιό;

— Εσένα.

— Πάμε σου λέω.

— Κάνε πέρα τα χέρια σου. Πες κάτι ακόμα.

— Λοιπόν… Μόνον ο γερο – Γιεχού12 δεν κοιμόταν. Διάβαζε δί­πλα στη λάμπα με το καπνισμένο γυαλί. Διάβαζε το μεγάλο βιβλίο. Η πόρτα λύγισε στις κοντακιές. Ήμουν δώδεκα χρονών. Δεν πρόφτασα να χτενίσω τα μαλλιά μου τα κόκκινα. Ήτανε δώ­δεκα, με μαύρους σταυρούς στο μπράτσο. Μεθυσμένοι. Τότε… Μπρος στη μάνα μου, μπροστά στο Γιεχού που προσεύχονταν με τα μάτια κλεισμένα.

— Κι οι δώδεκα;

— Δε θυμάμαι. Δεν έχω ζυγώσει άλλον άντρα. Όμως απόψε… Όχι γιατί μ’ αρέσεις. Είμαι μονάχα περίεργη. Πάμε.

— Αύριο, στο Colombo13.

— Τώρα.

— Δος μου το χέρι σου. Θα σκοντάψεις. Έχει σκαλί. Μην ανάβεις το φως… Ξέρεις… Είμαι άρρωστος.

— Δε με νοιάζει. Άκου… Είναι σα να χαλάμε το παιχνίδι για να βρούμε το θαύμα.

— Θέλω να φορέσω το δικό σου πετσί. Να κλέψω κι εγώ κάτι από σένα.

— Κάνε όπως θέλεις. Ό,τι βρεις, κλέψε. Δείξε μού το μονάχα… Κι έγινε έτσι, όπως τότε, όταν χάιδεψα ένα γυμνό του Pascin14 μπροστά σε τρεις φύλακες του Μουσείου, χωρίς να με δούνε.

Δε βλέπεις ούτε μια πιθαμή μπρος από την πλώρη …παραπονιέται ο γραμματικός15. Δεν το ξανοίγει. Το πήζει ολοένα. Γκρινιάζει και φτύνει. Το τσιγάρο μουσκεύει και δεν τραβάει. Κάθε τόσο σέρνει το σύρμα της σφυρίχτρας κι η καμινάδα ξερνάει μουγκρητό. Πέντε δεύτερα. Κατόπι πενήντα πέντε. Βουβαμάρα.

Στήνει τα αυτιά του δεξιά, αριστερά, μπροστά. Τα χουφτώνει με το χέρι. Είναι και μιαν άλλη καμινάδα που κλαίει, που μόλις ακούγεται. Ο Πολύχρονης, ο σκάπουλος16, στέκεται στην πλώρη, στο κοράκι17, κι όταν σταματάει το σφύριγμα του «Πυθέα», φωνάζει με την τρομπαμαρίνα18. Όλο και ζυγώνει… Τ’ ακούω λίγο δεξιά τώρα.

Πάλι σφύριγμα. Νέκρα κατόπι. Κι η βοή του άλλου που κα­τεβαίνει.

— Να ‘σαι αλάρμ19, φωνάζει του τιμονιέρη. Όταν σου πω όλο δεξιά ή όλο αριστερά, θα πάρεις και συ βόρτα20 με δαύτο. Κατά­λαβες ;

— Ναι.

Συλλογιέται… Για την τύχη μας αρρώστησε ο Διαμαντής. Έχει πυρετό. Ποιος του ‘πε να πάει να ψωνίσει μαλαφράτζα21… Πάλι τυχερός τώρα με τα καινούργια φάρμακα… Σέρνει το σύρμα. Το αφήνει… Καινούργια. Κι εμείς να μην έχουμε τίποτα καινούργιο δω μέσα. Ούλα σάπια. Έτσι σφύριζε κι ο παππούς μου στο πούσι. Radar, βυθόμετρο… Πού τέτοια τύχη… Σε βγάνουνε παλικάρι… Ο Διαμαντής προλαβαίνει να τη γλιτώσει, εμείς σαπίσαμε. Υδράργυρος22…

Ξανασφυρίζει.

Νίκος Καββαδίας

1. Πούσι: Ομίχλη, καταχνιά.
2. Ιουδήθ: Μια Εβραία απ’ το Gomel.
3. Gomel: Πόλη της Λευκορωσίας.
4. Cyrenia: Πλοίο των ελληνικών μεσογειακών γραμμών, εκτελούσε το δρομολόγιο Ιταλία – Ελλάδα – Αυστραλία. Ο Καββαδίας ταξίδεψε μ’ αυτό την περίοδο 1949 – 1954.
5. Μινικόι: Ένα απ’ τα νησάκια της ΝΔ Βομβάης στον Ινδικό Ωκεανό.
6. Κρουζέτο: Το λούκι γύρω γύρω στο κατάστρωμα για να τρέχουν τα νερά.
7. Πίντα: Ενα απ’ τα τρία πλοία του Χριστόφορου Κολόμβου.
8. Γκέττο: Περιοχή πόλης (περιτειχισμένη) όπου κατοικούσαν αποκλειστικά Εβραίοι.
9. Barbados: Νησί στην Καραϊβική.
10. Cochin: Λιμάνι της ΝΔ Ινδίας.
11. Ικίκι: Λιμάνι της Β. Χιλής.
12. γέρο – Γιεχού: Συγγενής (πατέρας; παππούς;) της Ιουδήθ.
13. Colombo: Η πρωτεύουσα της Σρι – Λάνκα.
14. Pascin Jules: 1885 – 1930, ζωγράφος βουλγαρικής καταγωγής.
15. Γραμματικός: Ο υποπλοίαρχος.
16. Σκάπουλος: (βεν. scapolo) Ο ένας απ’ τους δυο ναύτες της βάρδιας που περιμένει ν’ αντικαταστήσει τον άλλο.
17. Κοράκι: Η μύτη του πλοίου.
18. Τρομπαμαρίνα: Τηλεβόας για τη μετάδοση ηχητικών σημάτων μεταξύ ιστιοφόρων σε καιρό ομίχλης.
19. Αλάρμ: Σε επιφυλακή.
20. Βόρτα: Φόρα, στροφή ή ανάπρωρη αλλαγή πορείας του ιστιοφόρου.
21. Μαλαφράτζα: ιταλ. mal di Francia= η γαλλική αρρώστια: η σύφιλη.
22. Υδράργυρος: Ο κυανιούχος υδράργυρος που χρησιμοποιήθηκε κατά της σύφιλης.

Οι επτά νάνοι στο SS Κυρήνεια

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

Απ’ το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
-Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ’ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Κωνσταντίνα, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
– Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
– Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…

Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει.

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκι Ουσουρίσκι, μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Χαρμπίν στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλλονίτες, το Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλλονιάς. Σ’ αυτή τη μικρή Ρωσική πόλη, γεννιούνται και άλλα δυο παιδιά: η Τζένια (Ευγενία) κι ο Μήκιας (Δημήτρης). Ο πατέρας Χαρίλαος Καββαδίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.

Το 1914, με την έκρηξη του Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στο Αργοστόλι, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά. Το 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται. Γυρίζει και πάλι στην Ελλάδα το 1921, τσακισμένος και ανίκανος να προσαρμοσθεί στην ελληνική πραγματικότητα.

Μετά το Αργοστόλι, η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά. Ο Καββαδίας πηγαίνει στο Δημοτικό κι είναι συμμαθητής με το Γιάννη Τσαρούχη. Διαβάζει Ιούλιο Βερν και διάφορα βιβλία περιπέτειας. Στο Γυμνάσιο γνωρίζεται με το συγγραφέα και ιατρό του Πολεμικού Ναυτικού Παύλο Νιρβάνα. Δεκαοκτώ ετών, αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο. Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά. Το Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και μπαρκάρει ως “ναυτόπαις” τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό “Άγιος Νικόλαος”.

Το 1934, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Το σπίτι της γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες. Το 1938 στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού, ενώ το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως. Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Καββαδίας περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης και γίνεται μέλος του ΕΑΜ. Την ίδια ακριβώς περίοδο γίνεται και μέλος του ΚΚΕ. Εντάσσεται, επιπλέον, στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, παρά το γεγονός ότι είχε τυπώσει τότε μόνο ένα βιβλίο, το Μαραμπού, ενώ το όριο ήταν τα τρία βιβλία. Είναι όμως ενεργός λογοτεχνικά, γράφοντας ποιήματα, ορισμένα εξ’ αυτών Αντιστασιακά, με πιο χαρακτηριστικό το ποίημα “Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη”. Στις αρχές του 1945 γίνεται επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών, θέση την οποία παραχωρεί στις 6 Οκτώβρη του ίδιου έτους στον Νικηφόρο Βρεττάκο, εξαιτίας της αναχώρησής του από την Ελλάδα με το πλοίο “Κορινθία”. Η ασφάλεια του έδωσε άδεια, καθώς θεωρείτο ανενεργός κομμουνιστής.

Από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν το θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και του «Πούσι» το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, το θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φίλιππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, και συγκεκριμένα το 1954, συνέβη το εξής περιστατικό: Ενώ ο ποιητής εργαζόταν σε “ποστάλι” (καράβι μικρών αποστάσεων, επιβατηγό), ταξίδεψε με το καράβι του ο Γιώργος Σεφέρης. Τόσο κατά την τυπική υποδοχή των ταξιδιωτών, όσο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Σεφέρης δεν μπήκε καν στη διαδικασία να χαιρετίσει τον Καββαδία. Το γεγονός πίκρανε ιδιαίτερα τον Καββαδία, που θεωρούσε ότι η λογοτεχνική γενιά του ’30, στην οποία ανήκε και ο ίδιος, τον υποτιμούσε.

Το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», αφήνει την τελευταία του πνοή ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

https://kostasvakouftsis.blogspot.com/2013/06/nikos-kavvadias-le-quart.html?spref=fb&fbclid=IwAR39EbTwqWG1aKECiMTLI04tTS0RQPKL60B35sW-EgVw3L-303ywV6YyoPc

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Νίκος Καββαδίας, Μαρέα

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Λυπήσου αυτούς που δεν ονειρεύονται

Leave a comment

by | December 31, 2019 · 10:57 pm

Γ.Κούτρας & Θ.Μικρούτσικος – Μαρέα

Leave a comment

Filed under Uncategorized