Ένα μαχαίρι – Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Με το Δημήτρη Χορν, το Διονύση Παπαγιαννόπουλο και άλλους

Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος – Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Για μερικά χρόνια, έφευγε με φορτηγά, παρά την αντίδραση της μάνας του, γυρίζοντας ταλαιπωρημένος, αδύνατος, αδέκαρος, ώσπου αποφάσισε να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή.

«Δεν ξεκίνησα για τίποτα. Μονάχα για να ταξιδεύω. Εκείνοι που μαζί πρωτομπαρκάραμε, σε τέσσερα χρόνια πήρανε το χαρτί τους. Εμένα μ’ άρεσε η πλώρη. Η ξενοιασιά. Πιάσανε πολλοί πατριώτες καπετάνοι να με συμβουλέψουνε. Άλλοι με κοροϊδεύανε και με δαχτυλοδείχνανε. Τότε συνάντησα έναν εφοπλιστή, ξάδερφο της μάνας μου. Ο μόνος άνθρωπος που με καταλάβαινε και με συγχωρούσε. Μου ‘δινε πάντα δουλειά, χωρίς να με ρωτάει γιατί ταξιδεύω. “Να γίνεις μαρκονιστής, μού ‘πε. Από το να σπάσουμε μια πλώρη, καλύτερα να τσακίσουμε έναν ασύρματο”. Έπινα, καταλαβαίνεις».

Αυτή είναι, με δυο λόγια, η εξήγηση που έδωσε ο ίδιος -στο εξαιρετικό πεζογράφημά του «Βάρδια»- για το πώς έγινε ασυρματιστής, τι ήταν εκείνο που τον τράβηξε στη θάλασσα, στα μακρινά εκείνα ταξίδια, στην αέναη περιπέτεια. Δεν ήταν επιλογή ούτε το πάθος της αναζήτησης του αγνώστου, αλλά μια βαθύτερη ανάγκη για φυγή, η οποία τελικά ήταν εκείνη που τον είχε επιλέξει.

Αυτή η έμφυτη επιθυμία του για περιπλάνηση μαζί με έναν αθεράπευτα συναισθηματικό ρομαντισμό και μια λεπτή διαπεραστική θλίψη θα αποτυπωθούν στα πρώτα του ποιήματα με μια ασυνήθιστη ωριμότητα. Τα φορτηγά καράβια στα οποία δούλευε ήταν την εποχή εκείνη βραδυκίνητα, γεγονός που ευνοούσε την ανάπτυξη ουσιαστικών σχέσεων μέσα στο πλήρωμα. Επίσης, παρέμεναν αρκετό καιρό στα λιμάνια και υπήρχε απεριόριστος χρόνος για βόλτες και επισκέψεις στα διάφορα καπηλειά και πορνεία: Όλα αυτά αποτελούσαν για τον ονειροπόλο ασυρματιστή τις βιωματικές και -κατ’ επέκταση- ποιητικές του πρώτες ύλες.

Μόλις στα 23 του χρόνια, λοιπόν, θα εκδώσει με δικά του έξοδα την πρώτη ποιητική συλλογή του «Μαραμπού» -το όνομα ενός «καταραμένου» πουλιού των τροπικών χωρών: Η επιτυχία ήρθε χωρίς καθυστέρηση και ο Νίκος Καββαδίας γίνεται αμέσως γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους. Ήδη σε αυτά τα ποιήματα διαφαίνεται ο εξομολογητικός τόνος, το μελοδραματικό στοιχείο, η μοναξιά του ατελείωτου ταξιδιού, η έντονα νοσταλγική διάθεση και μια υπόγεια μελαγχολία. Πίσω από αυτά βρίσκεται «μια αληθινή ποιητική προσωπικότητα». Πάντως, η υποβλητική σκηνογραφία με εικόνες της ναυτικής ζωής, της ανοιχτής θάλασσας και των μακρινών λιμανιών συμπληρώνεται μοναδικά από την ίδια την -παραδοσιακή κατά τα άλλα- στιχουργική του, με τον μουσικό κυματισμό και τις ευφάνταστες λύσεις που δίνει στην ομοιοκαταληξία του.

Στο μεταξύ τα ταραγμένα χρόνια που ακολουθούν θα τον βρουν στρατευμένο. Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου αρχικά υπηρετεί ως τραυματιοφορέας και αργότερα στο σταθμό υποκλοπής της Γ΄ Μεραρχίας. Από αυτήν την οδυνηρή εμπειρία θα προκύψουν δύο μικρά κομψοτεχνήματα σε πεζό λόγο: «Του πολέμου» και «Στο άλογό μου». Με τη λήξη του Εμφυλίου μπαρκάρει και πάλι, αφού προηγουμένως εξασφαλίζει την άδεια της Ασφάλειας, που τον θεωρεί «κομμουνιστή άνευ δράσεως» και του χορηγεί ειδικά διαβατήρια περιορισμένης χρονικής ισχύος. Από το 1954 μέχρι και το 1974 ταξιδεύει συνεχώς με πολύ μικρά διαλείμματα και συνεχίζει να γράφει προβάλλοντας τη δική του ποιητική εκδοχή του ατέρμονου ταξιδιού.

Θα ακολουθήσει η δεύτερη συλλογή ποιημάτων του, το «Πούσι» (1947), το μοναδικό μυθιστόρημά του «Βάρδια» (1954) και το τελευταίο βιβλίο με ποιήματά του, το «Τραβέρσο», που θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο του 1975, δύο μήνες μετά τον θάνατό του.

Με το «Πούσι», όμως, ουσιαστικά εγκαταλείπει τον παραδοσιακό ομαλό χρόνο της αφήγησης, ενώ το προσωπικό βίωμα δίδεται, πλέον, μέσα από μια ελλειπτικότητα: «Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς / κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους, / Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους / στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς».

Στη «Βάρδια», πάλι, οι ναυτικές ιστορίες που παρατίθενται άλλοτε ρεαλιστικές και άλλοτε σχεδόν παραισθητικές αποδίδουν δεξιοτεχνικά τα ανθρώπινα ψυχικά τοπία σε συνθήκες τυχοδιωκτισμού, μέθης, πορνείας, σύφιλης και θανάτου. Τέλος, στο «Τραβέρσο» ο Καββαδίας κινείται στο ίδιο κλίμα, αλλά γίνεται καθολικότερος, πιο βαθύς, με την εξομολόγηση να συναντά την κραυγή: «Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι, / όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές. / Σκοτώνει, πες μου ο χωρισμός; -Ματώνει, δε σκοτώνει. / Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές». Σίγουρα πρόκειται για μια ποίηση η οποία όλα αυτά τα χρόνια υπνωτίζει και σαγηνεύει τους αναγνώστες: Η προστυχιά των λιμανιών, η ζαλιστική μυρωδιά των μπορντέλων, η βασανιστική υγρασία, οι σκοτεινές διαδρομές των περιθωριακών και καταδικασμένων, η ενοχή, η περιπλάνηση, το αξεδιάλυτο μείγμα αλήθειας και μύθου, η φθορά κι ο θάνατος.

Πίσω ωστόσο από την επίφαση της παρακμής και της φυγής, για τον Καββαδία υπάρχει ο άνθρωπος, η μεγάλη περιπέτεια της ύπαρξης και εδώ ακριβώς είναι που πρωτοτύπησε: Κατάφερε να σκιαγραφήσει με αδρές γραμμές μοναχικές ανθρώπινες μορφές σε ακραίες καταστάσεις απελπισίας, απομόνωσης, μελαγχολίας, παροξυσμού και, εν τέλει, ενός πάθους έξω από τα όρια του πολιτισμού, εκεί που κυριαρχούν οι φυσικές δυνάμεις και τα ένστικτα.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s