Τα βιβλία του Νίκου Καββαδία

Μαραμπού

Το 1933, όταν ο Καββαδίας ήταν μόλις 22 χρόνων, εκδίδεται από τις εκδόσεις «Κύκλος» η πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Μαραμπού». Τα ποιήματά του περιλαμβάνονται πιθανότατα έχουν γραφτεί κατά τη διάρκεια της εξαετίας 1927-1933, δηλαδή λίγο μετά από την πρώτη του επαφή με τη θάλασσα. Την ποιητική συλλογή αυτή διέπουν τόσο η φρεσκάδα όσο και η γοητεία της εφηβικής αθωότητας της πρώτης λαχτάρας. Κυριαρχούν εναλλασσόμενες εικόνες από το πέλαγος και τα λιμάνια. Παρουσιάζονται διάφορες μικρές και αυτοτελείς ιστορίες που έχουν ως πρωταγωνιστές ανθρώπους της θάλασσας (ο πιλότος Νάγκελ, ο νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί, ο πλοίαρχος Φλέτσερ κ.α.) ή ακόμη και ζώα. Διακρίνεται η συνεχής αναζήτηση της έντασης, ο κίνδυνος και η ηδονή της αμαρτίας. Η μέθη της περιπέτειας και το πάθος στην καθάρια και τραγική του μορφή. Παντού κυριαρχεί η πίκρα που πηγάζει από το βούλιαγμα ενός ανεκπλήρωτου ονείρου. Στα ποιήματα υπάρχουν άνθρωποι που δε ξεκίνησαν ποτέ (Mal Du Depart), άλλοι που ξεκίνησαν και είναι έτοιμοι να ναυαγήσουν (Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου) και ακόμη κάποιοι άλλοι που χτυπήθηκαν ξαφνικά από το τυχαίο (πλοίαρχος Φλέτσερ). Το στοιχείο του έρωτα υπάρχει μα είναι παροδικό. Η γυναίκα είναι ανώνυμη, εμφανίζεται…μετά χάνεται και μερικές φορές μένει μονάχα στη μνήμη. Το φανταστικό έρχεται με έναν μοναδικό τρόπο σε επαφή με το πραγματικό και ο πυρετός της εναλλαγής γίνεται ο απόλυτος κυρίαρχος των ποιημάτων. Αν και ο λόγος είναι λιτός και απέριττος η αφήγηση χαρακτηρίζεται από τη δράση και το απρόοπτο.Κυριαρχεί η επίπεδη γραφή καθώς και ο ευθύς αφηγηματικός τρόπος σε α’ πρόσωπο. Χρησιμοποιούνται εμβόλιμες εικόνες, αχρησιμοποίητες και απρόοπτες ρίμες. Ακόμα και στοιχεία του μοντέρνου μέσα στην παράδοση.Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,θαυμάσαμε πολλές φορές το Βόρειο Σέλλας,κι έχουν οι πάγοι τώρα χρόνια σκεπαστείαπό αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλλας.«Καφάρ»

Πούσι

Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία με τίτλο «Πούσι» εκδόθηκε το 1947, 15 χρόνια δηλαδή μετά το «Μαραμπού» Μέσα σε αυτά τα χρόνια συνέβησαν ποικίλα γεγονότα που επηρέασαν τον ποιητή. Μέσα σε αυτά είναι οι αυξημένες εμπειρίες του από τα καράβια και τα λιμάνια και φυσικά ο πόλεμος. Υπάρχει επίσης μια άκαμπτη δύναμη για αντίσταση που φτάνει αρκετά συχνά σε δραματικές κορυφώσεις.Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρόκι ειν’ αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.Από να φοβάμαι και να καρτερώκάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.«Πούσι»Ο Καββαδίας σταματά να χρησιμοποιηθεί την επίπεδη που χαρακτήριζε το «Μαραμπού». Για το λόγο του ο Αιμίλιος Χουρμούζιος σημειώνει: «ο στίχος είναι υπαινικτικός και όχι πλαστικός. Νοσταλγικός μάλλον παρά δημιουργός άμεσων συγκινήσεων από την επαφή του αναγνώστη με τον ποιητή. Έχει την γοητεί όλων των πραγμάτων που βρίσκονται σε κάποια απόσταση από το καθημερινό, συνηθισμένο και τυπικό γεγονός». Αντιθετικά με το «Μαραμπού» στο «Πούσι» δεν υπάρχει η έξαρση και ο ευθύς αφηγηματικός τρόπος, ο ποιητής δε μας διηγείται πια συγκεκριμένες θαλασσινές ιστορίες, αλλά ασύνδετα στιγμιότυπα από τη ζωή του στα καράβια. Τα στιγμιότυπα αυτά εναλάσσονται με μνήμες από οικογενειακά συμβάντα, περιπέτειές του και διαβάσματα. Σε όλα τα ποιήματα κυριαρχεί το β΄ πρόσωπο και το «εσύ» που προσδίδει αμεσότητα και θέρμη στην εξομολόγηση, μα και βαθύτερη συνοχή (…Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί…Κι εσύ κοιτάς απάνω απ΄το τιμόνι…Τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα…ο παπαγάλος σου ‘στειλε στερνή φορά το γεια σου…). Η μορφή των ποιημάτων είναι επιστολική και όλα θυμίζουν καρτ-ποστάλ σε φίλους και συγγενείς , καθώς σχεδόν σε όλα τα ποιήματα υπάρχουν αφιερώσεις για τον παραλήπτη τους. Οι στίχοι διατηρούν το στοιχείο του απροσδόκητου, το ίδιο και οι ομοιοκαταληξίες.Του Άλμπορ το φανάρι πότε θα φανεί,οι μαθήτριες σχόλασαν του Ωδείουφωτεινές ρεκλάμες της οδού ΣταδίουΓέφυρα βρεγμένη σκοτεινή.«Black and White»Τέλος γίνεται αντιληπτό ότι υπάρχει απόσταση από το καθημερινό, το συνηθισμένο και τυπικό γεγονός και παρατηρείται ότι ο τρόπος γραφής είναι απόλυτα εναρμονισμένος με τον ψυχισμό του ποιητή.

Τραβέρσο

Η τρίτη και τελευταία ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία, το «Τραβέρσο», εκδόθηκε λίγο μετά το θάνατό του, το 1975. Στο «Τραβέρσο» έχουμε τη συνέχιση της θαλασσινής περιπέτειας, η οποία όμως τώρα έχει γίνει πιο δραματική. Κυριαρχούν οι καινούριες και πιο βασανιστικές εμπειρίες καθώς και το τρομακτικό ρίγος του θανάτου. Ο στίχος χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και δύναμη. Μειώνονται τόσο τα περιγραφικά όσο και τα διακοσμητικά στοιχεία και τη θέση τους παίρνει η γύμνια και η αλήθεια. Η γραφή του αγγίζει την τελειότητα αν και διακρίνεται η έντονη κούραση από τη μακροχρόνια επαφή με τη θάλασσα που περιγράφεται από στιγμές έντασης και εσωτερικής κάμψης. Εμφανίζεται ένας ποιητικός ρεαλισμός που αγγίζει παράξενα το ονειρικό στοιχείο μέχρι τη σύζευξη ονείρου και πραγματικότητας.

Βάρδια

(1954)Εναγώνιες αναζητήσειςΠάθος για τη γνώση/ εμπειρίεςΝτοκουμέντο σκληρής ζωής εργατών στη θάλασσαΔεν είναι μυθιστόρημα, ούτε συλλογή ταξιδιωτικών εντυπώσεωνΑφήγηση των βασάνων, χαρών/αγώνας με το υγρό στοιχείοΆφθονο αυτοβιογραφικό υλικό/εξομολογητικός χαρακτήραςΉρωες: μαρκονιστής Νικόλας (ο ίδιος ο ποιητής), υποπλοίαρχος Γεράσιμος, δόκιμος Διαμαντής, καπετάν ΠαναγήςΤο 1954, ο Νίκος Καββαδίας, 44 ετών, εκδίδει τη “ΒΑΡΔΙΑ” από τις εκδόσεις Καραβία. Έχει χαρακτήρα αυτοβιογραφικό κι εξομολογητικό και είναι αφιερωμένη στον Παναγή Γιαννουλάτο. Μέσα στο βιβλίο υπάρχει η ιστορία ενός ταξιδιού. Στη θάλασσα της Κίνας ένα παμπάλαιο, σαραβαλιασμένο, φορτηγό πλοίο έχει βάλει πλώρη για το Σαντούν. Κεντρικοί ήρωες πάνω στο πλοίο “Πυθέας” είναι ο ασυρματιστής Νικόλας, που είναι ο ίδιος ο ποιητής, ο υποπλοίαρχος Γεράσιμος, ο δόκιμος Διαμαντής που έχει μόλις “παρασημοφορηθεί” από το πρώτο του αφροδίσιο νόσημα κι ο καπετάν Παναγής…”[…] Οι ναύτες είναι ακροβάτες. Φοράνε θαλασσιές φόρμες ή χακί ξεβαμμένες, γιομάτες μικρές κουκίδες κόκκινες, πράσινες, μαύρες, άσπρες. Μπορούνε ν’ ανεβούνε στην κορφή του καταρτιού από ένα σκοινί, χωρίς ν’ ακουμπάνε τα πόδια τους πουθενά. Μπορούν να κρατηθούν για μια στιγμή κρεμασμένοι απ’ τα δόντια, να περπατήσουνε πάνω σ’ έναν κάβο τεντωμένο κι από κάτω τους να κυλάει το ρέμα. Τα χέρια τους είναι γιομάτα σημάδια από χτυπήματα, μαγκώματα. Σε κάποιους λείπει δάχτυλο. Το ‘φαγε μακαράς, συρματόσκοινο, βίντσι. Απόμεινε χάμω ζεστό για λίγο. Η γάτα το μύρισε κι έφυγε. Ο σκύλος του καραβιού το γνώρισε και το ‘γλειψε. Το σάρωσε το τζόβενο μαζί με τ’ άλλα σκουπίδια.[…] Όταν δείτε σε καμιάν εξοχή έναν άνθρωπο να ‘ναι ακουμπισμένος με την πλάτη σ’ έναν τοίχο και να καπνίζει ή να παίζει το κομπολόι του, είναι ναυτικός που ‘χει πάρει τη σύνταξή του. Έχει πιάσει, καθώς λένε, αγκωνάρι.”

Από το http://nikoskabbadias.blogspot.com/

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s