Το καρχηδόνιο επίχρισμα και η Φάτα Μοργκάνα

Ο Νίκος Καββαδίας είναι από τους πιο αγαπημένους και πολυδιαβασμένους μου ποιητές, καθώς τόσο η ζωή του όσο κι η ποίησή του είναι άρρηκτα δεμένες με τη θάλασσα – στοιχείο που καθορίζει και τη δική μου τη ζωή.

Ένα από τα πιο αγαπημένα μου μελοποιημένα ποιήματά του είναι το Fata Morgana που μελοποίησε η Μαρίζα Κωχ. Παρακάτω θα δούμε τον ίδιο τον ποιητή να εξηγεί κάποια πράγματα απ’ αυτά που αναφέρονται στους στίχους τού ποιήματος. Ό,τι διαβάσετε από εδώ και κάτω είναι αντιγραφή από το βιβλίο του Μήτσου Κασόλα: Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα – Θάλασσα – Ζωή/αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, που εκδόθηκε από τον Καστανιώτη το 2004. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας μάς πληροφορεί, η μαγνητοφώνηση έγινε στο σπίτι τού συγγραφέα, κατά την τελευταία επίσκεψη του ποιητή, μόλις σαράντα εφτά μέρες πριν το θάνατό του από εγκεφαλικό στις 10 Φεβρουαρίου 1975. “Απέπνεε ένα αίσθημα μοναξιάς, ένα προαίσθημα μη δεν προλάβει να μπαρκάρει, στις 12 του Γενάρη, και μείνει στη στεριά και του συμβεί τίποτα…”, λέει ο Μήτσος Κασόλας και προσθέτει : “Αυτό το προαίσθημα, αυτή η ανασφάλειά του ήταν και ο κρυφός λόγος μου να του ζητήσω να μου επιτρέψει ν’ ανοίξω το μαγνητόφωνό μου και να καταγράψω κάποιες απαγγελίες ποιημάτων του και κάποιες από τις πολλές ιστορίες του. Δέχτηκε. Έτσι σώθηκε η φωνή του κι οι ιστορίες του, που ποσώς τον ενδιέφερε, νομίζω, πόσο πραγματικές, πόσο αληθινές ή πόσο μυθοποιημένες ήταν. Το ίδιο δεν ενδιέφερε και μένα και ελπίζω να μη σας ενδιαφέρει και σας”.

___________________________________________

— Λοιπόν, για να σωπάσουμε όλοι τώρα, παρακαλώ, να ακούσουμε τον φίλο μας τον Καββαδία να μας απαγγέλλει κάποια του ποιήματα, απ’ αυτά που θα έχει στη νέα ποιητική συλλογή του.

— Επιμένεις, Κασόλα; Μα ‘γω, όταν τα απαγγέλλω, τα δολοφονώ, αδερφέ μου.

— Τα θυμάσαι απέξω;

— Τα θυμάμαι, αλλά ντρέπομαι.

— Ας ντρέπεσαι, θέλω, όπως σου είπα, να κρατήσω τη φωνή σου στο μαγνητόφωνό μου, να την έχω, μαζί και ό,τι άλλο μας πεις απόψε…

— Θα σας απαγγείλω ένα που έχει τον τίτλο: “Γυναίκα”.

Χόρεψε πάνω στο φτερό τού καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.
………………………………………….

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα,Θάνατος και Πέτρα.

— Το σκότωσα, έτσι;

— Όχι, ίσα ίσα, μια χαρά το είπες. Ωραίο ποίημα. Για κείνη που έχεις μπερδέματα το έγραψες αυτό;

— Όχι, για κείνη έχω γράψει αυτό που θα σας πω τώρα.

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνειο αρραβωνιάζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος πόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ’ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα τού κρύσταλλου, κρασί απ’ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες τού Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

— Νίκο, αν μου επιτρέπεις να σε ρωτήσω κάτι, του λέω (νομίζοντας, με την παύση που έκανε, ότι η απαγγελία αυτού του ποιήματος είχε τελειώσει), από όλες τις γυναίκες που συνάντησες στα λιμάνια τού κόσμου, είναι καμιά που να τη θυμάσαι ιδιαίτερα;

— Όχι, οι περισσότερες δεν είχαν το καρχηδόνιο επίχρισμα. (Χαμογελάει).

— Γιατί χαμογελάς; Τι είναι αυτό το καρχηδόνιο επίχρισμα, δεν το κατάλαβα. Γιατί διστάζεις; (Στην παρέα εκείνο το βράδυ υπήρχαν και αρκετές κοπέλες). Ντρέπεσαι τα κορίτσια;

— Όχι, δεν ντρέπομαι… Να, είναι ένα επίχρισμα που υπάρχει πάντα μέσα στον γυναικείο κόλπο.

— Πρόσθετο;

— Όχι, φυσικό επίχρισμα, όπως και τα λαμινάρια που λέω : Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια κλπ. Λαβίδα από την Άγια Κοινωνία.

— Και τα λαμινάρια πάλι, τι είναι αυτά;

— Ένα τέλειο φύκι, θα ‘λεγα, φυτεμένο μες στη γη, αλλά δουλεύει μόνο του, εργάζεται, ζει, το οποίο, άμα το κόψεις, μετά είναι νεκρό και ζωντανεύει και μεγαλώνει μόνο μέσα στον γυναικείο κόλπο και πουθενά αλλού. Και μπορεί να τη σκοτώσει τη γυναίκα άμα το ξεχάσει μέσα της. Μ’ αυτό κάνανε οι Αμερικάνες εκτρώσεις.

— Τόσο δραστικό είναι;

— Κάνει μια αιμορραγία μ’ αυτό η γυναίκα, διαστέλλει τον κόλπο της κι άμα το αφήσει περισσότερο απ’ όσο πρέπει, αυτό μεγαλώνει και γίνεται μια διχάλα. Μια διχάλα, ας πούμε, σαν την ιερή λαβίδα της μετάληψης, του αγίου δισκοπότηρου που λέω.

— Και το καρχηδόνιο επίχρισμα; Τι είναι;

— Κοίτα να δεις -γελάει και πάλι- όλες, όλες το έχουν αυτό το καρχηδόνιο επίχρισμα, εγώ το έβγαλα έτσι, ποιητικά… Θυμίζει τα βάζα των Καρχηδόνιων, που τα βάφανε αυτοί μόνο από μέσα, μ’ ένα ειδικό επίχρισμα. Και το γυναικείο επίχρισμα, πώς να το πω, είναι η χλωρίδα, ας πούμε. Όπως έχουμε θαλάσσια χλωρίδα, τροπική χλωρίδα, πανίδα κλπ. Είναι πολύ ερεθιστική. (Γελάει). Άμα δεν υπάρχει αυτή η κολπική χλωρίδα, δεν μπορεί η γυναίκα να κάνει παιδί. Μα καλά, τόσα πολλά ξέρω εγώ;

— Τα κέρατά σου ξέρεις, Καββαδία, του απαντάω.

Κι ο Καββαδίας ξαναγελάει και γελάμε όλοι και πάλι και συνεχίζουμε τη συζήτηση.

— Και οι γυναίκες, λοιπόν, που γνώρισες εσύ στα λιμάνια, γιατί αυτές δεν είχανε το καρχηδόνιο επίχρισμα;

— Γιατί οι πόρνες δεν έχουν αυτό το επίχρισμα, σπάνια το έχουν. Από την πολλή χρήση δεν έχουν. Σπάνια νά ‘χουνε αυτές την “άγια σκουριά”, που λέω. Κάτι σαν αυτή την κόκκινη, πυρόχρωμη σκουριά των λατομείων, που τη φορτώναμε στα καράβια από το Στρατόνι, τη Γερακινή κλπ. Αυτό το επίχρισμα έχει απόχρωση σκουριάς.

Φάτα Μοργκάνα

— Αφήσαμε όμως το ποίημα μισό, να σας πω και το υπόλοιπο. (Απαγγέλλει και πάλι):

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν’ ένα αγόρι μ’ ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να ‘χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ’ την Καντώνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ’ όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

Γελάμε με το “έχει και στην κόλαση μπορντέλο” και σχολιάζει:

— Η ψυχή του πεθαμένου βγαίνει από πίσω, η γιαγιά μου το ‘λεγε. Εμένα δε βγήκε ακόμα. Λοιπόν, μέσα στον κυκλώνα, στο μάτι, έχει άπνοια, τέλεια άπνοια. Αλλά πώς θα βγεις από κει πέρα, απ’ τον κυκλώνα; Και πού θα την πάει αυτήν την άπνοια, από πού θα την σπάσει να μην πέσει ο αέρας; Και κει βλέπεις πλοία στον αέρα, ψάρια στον αέρα, ξύλα αιωρούμενα, φίδια… Μιλάω για κυκλώνες και όχι για τους ανεμοστρόβιλους, τους ανεμορούφαλους της στεριάς.

— Και, Φάτα Μοργκάνα;

— Φάτα Μοργκάνα είναι ένα φαινόμενο που συμβαίνει στη Σικελία, στο στενό, ή στη Νάπολη απόξω, νύχτα, τρεις η ώρα, και παρουσιάζει τρεις γυναίκες που χορεύουν στον ορίζοντα. Μετά σβήνει. Κρατά ένα δυο λεπτά, τρεις η ώρα τη νύχτα, πάντα την ίδια εποχή. Καμιά φορά μπορεί να είναι και ηλιακό φαινόμενο και να το βαστάει κάποιο σύννεφο και το παρουσιάζει μετά. Να, κάνει μια αποθήκευση αυτού.

— Εσύ το είδες αυτό το φαινόμενο;

— Δύο φορές.

— Μη μου πεις… Έχουνε σχήμα; Πώς είναι;

— Έχουνε σχήμα, κανονικό σχήμα, με τα πέπλα τους, τα μαλλιά τους, λυσίκομες, σε ανατριχιάζει αυτό το φαινόμενο.

— Αλήθεια, με συγχωρείς που σε ξαναρωτάω, το ‘χεις δει εσύ αυτό το θέαμα με τα μάτια σου;

— Ναι, βρε παιδάκι μου, πολλές φορές. Αυτό το θέαμα μάλιστα το είδα, την πρώτη φορά, με έναν Καραντώνη. Αυτός με φώναξε. “Δεν ξέρω τίποτα”, μου λέει. Ξάδερφος πρώτος του Αντρέα του ύπαρχου στο καράβι. Αλλά αντικατοπτρισμούς έχω δει πολλές φορές. Έχω δει το Αλγέρι και μετά τους μιναρέδες του στην Ερυθρά. Και λες, αυτό δεν είναι Κάιρο, Αλεξάνδρεια, είναι τ’ Αλγέρι, που το ξέρεις. Γιατί μπαίνοντας μετά στο παλιό ντοκ, βλέπεις τι έχει, πόσα φανάρια κλπ.

Για περισσότερο …Καββαδία ανατρέξτε:

1) ΜΗΤΣΟΣ ΚΑΣΟΛΑΣ, Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα – Θάλασσα – Ζωή/Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2004.
2) GUY (MICHEL) SAUNIER, “Ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό…”/Έρευνα στον μυθικό κόσμο του Νίκου Καββαδία, εκδ. ΑΓΡΑ, Αθήνα 2004.
Read more: http://littlenautilus.blogspot.com/2009/10/blog-post_20.html#ixzz1UdJq5kCk

* Παρμένο από το http://littlenautilus.blogspot.com/2009/10/blog-post_20.html

2 Comments

Filed under Uncategorized

2 responses to “Το καρχηδόνιο επίχρισμα και η Φάτα Μοργκάνα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s