Ο Ν. Καββαδίας αποκαλύπτεται στα γράμματά του

Η ζωή του μέσα από την αλληλογραφία του

Της Τιτίκας Δημητρούλια

«Αλληλογραφία Νίκου Καββαδία – Μ. Καραγάτση»
Εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια: Μαίρη Μικέ
εκδ. Άγρα

Νίκος Καββαδίας
«Γράμματα στην αδελφή του Τζένια και στην Έλγκα»
εκδ. Άγρα

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε πριν από εκατό και κάτι χρόνια, το 1910, σε μια μικρή πόλη στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας, που σφράγισε τη μνήμη του. «Θυμάμαι μια τέτοια μέρα και μια χιονισμένη παγόδα στη Μαντζουρία. Βαστούσες ένα κουτί καραμέλες που μύριζαν παράξενα. Φορούσες ένα κόκκινο φιόγκο κι ένα φόρεμα βυσσινί βελουδένιο. Δεν κάνω λάθος καθόλου. Κατόπι πήγαμε με το έλκηθρο.», γράφει στην αδελφή του Τζένια τον Δεκέμβρη του 1949. Οικείο χιόνι και το πούσι που αγαπά η αδελφή του. Στα τέσσερά του στο Αργοστόλι, στα έντεκά του στον Πειραιά, κι ο «ανελέητος» πατέρας, όπως τον ονομάζει στη «Βάρδια», αυτός «ο λαθρέμπορος του Λάο Γιαν, ο χαρτοπαίχτης του Τιεν Τσιν, ο μπακάλης του Πασαλιμανιού στα στερνά του», χαμένος στους πάγους της Ρωσίας κι έπειτα στην Ελλάδα απροσάρμοστος. Στα δεκαεννιά του, με τον πατέρα πια πεθαμένο, μπαρκάρει για την αγάπη του ταξιδιού και μόνο, επειδή του άρεσε η πλώρη και η ξενοιασιά όπως λέει και πάλι στη «Βάρδια». Αφήνει πίσω τους την αγαπημένη μητέρα και τα αδέλφια του. Ειδικά με την Ζένια, έχει μια διαφορετική επικοινωνία. Στίχους σκαρώνει από τα δώδεκά του. Η θάλασσα ορίζει την ποίησή του που κυματίζει κι αυτή θεματολογικά, όπως παρατηρεί ο Δημήτρης Καλοκύρης, παλινδρομεί σε ένα διαρκές, εν προόδω ποίημα, το οποίο ο πεζός λόγος της «Βάρδιας» υπομνηματίζει. «Κατάρατος» η ποίησή του παίρνει σ’ αυτόν τη μορφή του ταξιδιού, λέει ο Ράντος/Σπιέρος/Καλαμάρης/Κάλας, στον οποίο επανέρχεται η Μαίρη Μικέ στην εισαγωγή της για την αλληλογραφία του με τον Καραγάτση. «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων», λοιπόν ο Νίκος Καββαδίας, απέναντι στον αντιστικτικά, κατά τη Μικέ, αυτοπροσδιοριζόμενο ως «άνεργο» –και καθόλου ιδανικό κι ανάξιο– «εραστή της θάλασσας, των βαποριών, των μακρινών οριζόντων», τον Καραγάτση.

Ο Θάνος Μικρούτσικος, που με τη μουσική του χάρισε τον Καββαδία στο ευρύ κοινό, εξηγεί ωραία σε μια συνέντευξή του την «καββαδιομανία», ειδικά των νέων, που τριάντα πέντε χρόνια τώρα δεν λέει να τελειώσει: «H μελοποίησή μου αποκάλυψε […] ότι ο Καββαδίας […] ουσιαστικά καλεί τον συνειδητοποιημένο άνθρωπο και κυρίως τον νέο να ξεπεράσει τις καταγεγραμμένες του δυνατότητες. Να κατακτήσει το αδύνατο. Εξηγήστε μου αλλιώς τι μπορεί να σημαίνει ο στίχος “χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία”. Αυτά καταλαβαίνει ο κόσμος, και περισσότερο οι νέοι, γι’ αυτό και η «καββαδιομανία» δεν λέει να σταματήσει.» («Καθημερινή», 18/7/2010).

Εραστής του απόλυτου

Αυτός ο Καββαδίας, λοιπόν, ο καταραμένος ποιητής και εραστής του απόλυτου, το πρόσωπο, το έργο και η ποιητική του, φωτίζονται σήμερα λοξά μέσα από τις επιστολές του, προς την αδελφή και την ανιψιά του και προς τον φίλο του τον Καραγάτση. Αγαπάει τον Καρυωτάκη. Θυμίζει στην αδελφή του πώς διαβάζανε μαζί για πρώτη φορά την «Αισιοδοξία» το 1929: «καταπίναμε την πικρή πράσινη χολή του Τριπολιτσιώτη με το ποτήρι». Τον συστήνει ως ανυπέρβλητο πρότυπο στην ανιψιά του: «ξεφύλλισε τον Καρυωτάκη και θα βρεις την αλήθεια. Κανείς πριν απ’ αυτόν και κατόπι δεν έχει την αίσθηση του περιττού, καθώς εκείνος ο κατσουφιασμένος Πελοποννήσιος». Ο Χριστιανόπουλος τον συγκρίνει με τον Καβάφη. Ο ίδιος διαλέγει ως alter ego του έναν χάρτινο ήρωα του Καραγάτση, τον Καραμάνο, όπως μας λέει η Μαίρη Μικέ, η οποία διαβάζει τη μεταξύ τους αλληλογραφία ως «εύστοχο σχόλιο για το έργο των δύο δημιουργών». Ο Καραμάνος βγαίνει από τις σελίδες του «Γιούγκερμαν» και με τη «Θαλασσινή φυγή» του, την αγάπη του για την καθαρότητα και το άπειρο, με τη ροπή του στην τρέλα, γίνεται είδωλο του Καββαδία. Ο Κόλιας γίνεται διήγημα, όπως πολύ φοβάται: «Αυτά όλα μεταξύ μας… γιατί αν το μάθει ο φίλος μου ο Καραγάτσης θα με κάνει διήγημα» (επιστ. 22 στην αδελφή του). Ο Γιούγκερμαν κλείνει τον βίο του με ένα στίχο του Καββαδία, μια ερώτηση που στέκεται ζωντανή και άλυτη μπροστά του: «Ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;». Τα κείμενα του Καραγάτση είναι καράβια που βουλιάξανε στη θάλασσα των Σαργασσών όπου αρμενίζει ο Καββαδίας και τα ποιήματά του, αλλά για χάρη του φίλου του ζωντανεύει τον Γιούγκερμαν και του αλλάζει θάνατο.

«Εχεις μπέσα κινέζικη»

Διαφορετικές οι εποχές των επιστολών, διαφορετικές οι θέσεις των αλληλογράφων, σε όλα τα επίπεδα. Αισθήματα ανάμεικτα και φευγαλέα και άλλα αμετακίνητα στον χρόνο. «Ο φίλος μου Καραγάτσης έμαθα πως διαδίδει ότι είμαι φούρναρης κάπου σίγουρα. Δεν θα του απαντήσω. Εχει όλο το δικαίωμα να κάνει πνεύμα απλώνοντας τις αρίδες του στην πολυθρόνα. Μα όταν με το καλό γυρίσουμε θα ’ναι άλλη η θέση του και άλλη η δική μας. Και θα τα πούμε.», λέει ο Κόλιας, στρατιώτης ων, το 1941 στην αδελφή του. Ο φίλος του, πάντως, φροντίζει να λάβει ο κομμουνιστής Καββαδίας το δίπλωμα του ασυρματιστή κι αυτός τον ευχαριστεί από καρδιάς. Κι ο Καββαδίας στα Δεκεμβριανά φροντίζει -εις ανταπόδοση; – να μην εκτοπιστεί ο δεξιός Καραγάτσης από τον ΕΛΑΣ. Αμφίκοπες σχέσεις σε μετέωρες εποχές και ο επιστολικός λόγος, λόγος ενδιάμεσος κατά τον Flahault, δηλώνει τη θέση των προσώπων στη μεταξύ τους επικοινωνία.

Ασύμμετρη επιστολική δραστηριότητα που καταλήγει μονοφωνική από τη μια, διάλογος ποιητικής, παιχνίδια και τερτίπια λογοτεχνικά, ειδικά από την πλευρά του Καραγάτση, θαυμασμός του Κόλια για τον συνομήλικο σχεδόν φίλο και άπλωμα του χεριού για επικοινωνία. Απροϋπόθετη αγάπη από την άλλη, δόσιμο χωρίς τον φόβο της προδοσίας, «έχεις μπέσα κινέζικη» γράφει στη Ζένια, «κι εγώ μπαμπέσης δεν είμαι», στην αδελφή του που μαζί πιστέψανε πως ο έρωτας είναι αμαρτία.

Στα γράμματα, η πρώτη ύλη της ποίησης, που δεν είναι «μια μόστρα λαών ανατολικών ή χωριών και πόλεων» λέει ο Καββαδίας, αλλά κάτι άλλο κι αναρωτιέται: «τι;». Για να παραδεχθεί αμέσως πως ο ίδιος δεν μπορεί αλλιώς και παραπάνω: «Because my dear Elga I cannot». Η ποίηση καθαυτή ανάμεσα στα τρέχοντα νέα, χαρισμένη στην ανιψιά. Το αίσθημα, κυρίως, η ιδιοσυγκρασία και το κοσμοείδωλο μέσα τις εικόνες, τα χρώματα και τις μυρωδιές που σφραγίζουν όλο του το έργο, όπως σχολιάζει η Μικέ. Αυτά είναι τα γράμματα του Κόλια. Οι αγίες και πόρνες γυναίκες, μακριά από τις άλλες, τις αγαπημένες, ο ίλιγγος του κορμιού τους που αντέχεται μόνο στους πίνακες, οι μουσικές που τον συντροφεύουν μαζί με τον ρόχθο της ρεστίας, το σκυλόψαρο κι ο βυθός ως ο μόνος αποδεκτός θάνατος, μακριά από τη στεριά και την άσφαλτο: «Τρέμω με την ιδέα του νοσοκομείου. Τουλάχιστον να περίμενε κάποιο σκυλόψαρο». Κι όμως, σε νοσοκομείο θα καταλήξει το 1975. Πιο στημένος ο Καραγάτσης, πιο προσηλωμένος στη γραφή καθαυτή. Αυτονοήτως απούσες οι απαντήσεις της Ζένιας και της Ελγκας. Κι η ανάγνωση της Μικέ ένας μίτος που συνδέει τελικά και τους δύο τόμους, καθώς η ερμηνεία της, εξίσου θερμή όσο και στέρεη θεωρητικά, ανοίγει δρόμους στον αναγνώστη, που συσχετίζει, ενώνει κομμάτια και θραύσματα, μετατοπίζει, ανασυνθέτει, μέσα από λέξεις αληθινές και ως εκ τούτου δυνατές παρ’ όλη τη φθορά τους – «Ολες αυτές τις λέξεις που αραδιάζω τις χρησιμοποιούν και στη φιλολογία. Λυπάμαι μα δε βρίσκω καινούργιες», λέει ο Κόλιας στον Μίτια– τον άνθρωπο και το έργο του.

* Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Η Καθημερινή”, την Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011. Σχετικός σύνδεσμος: http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_21/08/2011_453165

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s