Νίκος Καββαδίας Βάρδια, εκδ. Άγρα

Αυτά τα ωραία και μεγάλα καράβια, που ζυγιάζονται (λικνίζονται) ανεπαίσθητα πάνω στα ήσυχα νερά, αυτά τα ρωμαλέα καράβια, με την άπραγη και νοσταλγική όψη, άραγε δεν μας λένε σε γλώσα βουβή: Πότε θα σαλπάρουμε για την ευτυχία;

Μπωντλαίρ

Βάρδια πρώτη

Στη θάλασσα της Κίνας ένα σαπιοκάραβο, ο “Πυθέας”, έχει βάλει πλώρη για το Σαντούν. Στις ατελείωτες ώρες της βάρδιας οι ναυτικοί συζητούν και αφηγούνται ανέκδοτα και αναμνήσεις. Οι συναρπαστικές αυτές ιστορίες αποτελούν ίσως το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος αλλά και το μεγαλύτερο δέλεαρ για τον αναγνώστη. Ας μη γελιόμαστε, όσες αναλύσεις κι αν γραφτούν, η μεγαλύτερη γοητεία της “Βάρδιας” οφείλεται σ’ αυτές ακριβώς τις ιστορίες: Άλλες κωμικές κι άλλες συγκινητικές, άλλες σου φέρνουν γέλια κι άλλες σου προκαλούν φρίκη, άλλες αλλόκοτες κι άλλες χάνονται σα μέσα σ’ όνειρο…

Κάθομαι στο γραφείο μου, ανάμεσα στα τέσσερα ντουβάρια και πάντα πάνω στη “στέρεα γη”, βυθίζομαι στον κόσμο του Καββαδία και “φεύγω”… Ας πούμε ότι είναι ο δικός μου τρόπος για να φιάχνομαι, ας πούμε ότι είναι το όπιό μου -η “στεριανή μου ζάλη”, ίσως κι ολόκληρη η λογοτεχνία, στοιβαγμένη γύρω μου, δεν είναι παρά αυτό ακριβώς: ο παράδεισός μου… το Bali μου… ένα bungalow στη μέση ενός κτήματος… η Ναμίλα να τραγουδάει, η Λοάνα να παίζει ένα όργανο που δεν το βλέπω και η Ταλόρα να καπνίζει και να σωπαίνει… ένας παπαγάλος κάτασπρος με κίτρινο λειρί να περπατάει πάνω στο τραπέζι… Ά, ρε Αλεβίζο… φάε, μωρέ κι έπειτα θα τση πηδήξεις και τση τρεις, μα πρώτα φαρμάκωσε, για να ‘χεις κουράγιο… κοιτάζω κλεφτά πότε τη μια, πότε την άλλη… σ’ αρέσουνε τα μάγκος; Πώς ν’ απαντήσω… η ρώγα μιανής από τις μικρές, καθώς σκύβει να με σερβίρει, γαργαλάει το μάτι μου… Ά, ρε Αλεβίζο… ξαπλώνω με τα κορίτσια και το χάραμα σηκώνομαι και κάνω μπάνιο σ’ ένα βαρέλι… οι τρεις κοπέλες λάμπουνε στο φως… τα μαλλιά τους στάζουνε νερό στο κορμί τους… δεν παύουνε να μιλάνε η μια στην άλλη και να γελάνε… μου φέρνουνε καφέ… _θα φύγεις; _Ναι… _Στου διαόλου τη μάνα, στα μελίδια, στον αγύριστο… Άντε πήγαινε… τις ευχές να φοβάσαι… Αν μετανιώσεις, έλα πίσω ό,τι ώρα θέλεις… θα περιμένω… Ά, ρε Αλεβίζο… Ά, ρε Κόλια…

Βάρδια δεύτερη

Από τη μια οι στεριανοί, με την ασφάλεια, την ησυχία, τα σιδερωμένα πουκάμισα, το σπιτικό φαγητό και τη γυναίκα δίπλα και από την άλλη οι πλάνητες, έτοιμοι για ταξίδια χωρίς προορισμό, που θα τροφοδοτήσουν τη μνήμη. Με τα εξωτικά αλλά βρώμικα λιμάνια, τις πουτάνες, άγιες όλες κι ευλογημένες και το ντάκα ντούκου της μηχανής.

“Η θύμηση αξίζει μονάχα όταν ξέρεις πως θα κινήσεις για καινούργιο ταξίδι. Η χειρότερη άρνηση, η μεγαλύτερη απελπισία, είναι να φουντάρεις στον τόπο σου και να ζεις με τις αναμνήσεις”.

Και ο Μαραμπού ταξιδεύει παντού, σ’ όλα τα μήκη και πλάτη… Ο κόσμος του είναι γεμάτος από μυρουδιές και χρώματα μα πιο πολύ απ’ όλα, από τις “γυναίκες” του. Θα ‘λεγε κανείς ότι μια μίξη από χρώματα κι οσμές θ’ αρκούσε για να τις περιγράψει. Τι να πει κανείς για την έξοχη ιστορία της Μυτιληνιάς και της Madame Blanche στη Βυρηττό, που ξετυλίγεται σε δόσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης!

“Μια κανελιά κούρσα σταμάτησε δίπλα μας. Η πόρτα άνοιξε και μας έφραξε ολότελα το πεζοδρόμιο ίσαμε τον τοίχο. Μπάφα από μπερδεμένα μυρωδικά μου χτύπησε τα ρουθούνια. Η Madame Blanche, πελώρια και μπογιατισμένη σα μπαρμπούτα του Ensor, κατέβηκε με μεγάλο κόπο, κουδουνίζοντας τα βραχιόλια. Στα δάχτυλά της λάμπανε πετράδια πολύτιμα. Καθώς με φιλούσε τα χνώτα της μύριζαν αράκ. Τα μάτια της στριφογύριζαν σα χάντρες Κινέζου ταχυδακτυλουργού μέσα σε πολύχρωμα φώτα…”

Βάρδια τρίτη

Στη μέση περίπου του βιβλίου, η αφήγηση περνάει από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο και το μυθιστόρημα φτάνει στην κορύφωσή του. Εσωτερικοί μονόλογοι με έντονα εξομολογητικό χαρακτήρα, γραφή ποιητική ενίοτε παραληρηματική, λόγος ελλειπτικός. Η τράπουλα ανακατεύεται… τα χρώματα σε πιτσιλάνε και οι μυρωδιές σε πνίγουν. Σα να ξεπηδούν από το ασυνείδητο, οι αναμνήσεις είναι ασυνάρτητες και φέρνουν έντονα την αίσθηση της σήψης και της ενοχής που σταδιακά καλύπτει τα πάντα…

“Ό,τι αγγίζω σαπίζει. Δεν πεθαίνει, σαπίζει.”

Βάρδια τέταρτη

Μυθιστορία, ποίηση, μαρτυρία ή ταξιδιωτικό; Σε ποιο είδος ανήκει η “Βάρδια”; Το βιβλίο του Καββαδία δεν ανήκει σε κανένα απ’ αυτά. Ανήκει στο είδος Μαραμπού (Marabou) της οικογενείας των πελαργιδών (Ciconiidae) και πιο συγκεκριμένα στο υποείδος: Λεπτόπιλος ο διστακτικός (Leptopilos dubius). Ζει συνήθως στις περιοχές του Ινδικού ωκεανού αλλά δεν αποκλείεται, σπάνια βέβαια, να βρεθεί και στις περιοχές της Μεσογείου. Είναι πουλί άφωνο, ωστόσο παράγει κάποιους ήχους με τον αεροφόρο θύλακα, που διαθέτει στη βάση του λαιμού του. Ταξιδεύει συνεχώς και τρέφεται με ζωντανούς, αμφίβιους ή θαλάσσιους, μικροοργανισμούς. Ωστόσο, ελλείψει αυτών, δεν περιφρονεί ούτε τα λείψανα νεκρών οργανισμών ούτε διάφορα απορρίματα, ιδιαίτερα αυτά που ονομάζουν memoriae…

Βάρδια τελευταία

Το ταξίδι στο μυθικό κόσμο του Καββαδία είναι μια εμπειρία μοναδική. Η “Βάρδια” είναι ένα κείμενο αριστουργηματικό και η κορυφή της λογοτεχνικής του πορείας. Δε μένει παρά να τον ευχαριστήσω για τη φιλοξενία στον “Πυθέα” ελπίζοντας αυτές οι ευχαριστίες μου να φτάσουν στον τόπο που φαντάζομαι ότι τώρα βρίσκεται. Όσο για το πού είναι αυτός ο τόπος, δε νομίζω να χωρά καμιά αμφιβολία…

“Γέρο σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια, δυο μέτρα καραβόπανο κι αριστερά τιμόνι. Μια μέδουσα σ’ αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.”

(στίχοι γραμμένοι στις 7.2.1975, τρεις μέρες πριν από το θάνατό του)

Σημειώσεις: Αξίζει πιστεύω να αναφέρω τρία πολύτιμα βοηθήματα, για όποιον επιθυμεί να εμβαθύνει στο σύμπαν του Καββαδία: α) Γιώργος Τράπαλης: Γλωσσάρι στο έργο του Καββαδία, β) Μαίρη Μικέ: Η “Βάρδια” του Καββαδία- Εικονο-γραφήσεις και Μεταμορφώσεις, γ) Γκυ Σωνιέ: “Ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό…”- Έρευνα στον μυθικό κόσμο του Καββαδία. Όλα από τις εκδόσεις Άγρα. Μαραμπού ήταν το παρατσούκλι του συγγραφέα και το “τσίμπησε” μετά την έκδοση της πρώτης ποιητικής του συλλογής με αυτόν τον τίτλο. Η ονομασία του τροπικού πτηνού προέρχεται από την αραβική λέξη μαραμπούτ και οφείλεται στο υποτίθεται συλλογισμένο ύφος και τη σοβαρή του στάση… Tα αποσπάσματα με κόκκινους χαρακτήρες είναι από το βιβλίο. Οι εικόνες που κοσμούν την ανάρτηση είναι, με τη σειρά, των παρακάτω ζωγράφων: Μ. Χάρου, κάποιου άγνωστου σε μένα ζωγράφου (αν κάποιος αναγνωρίζει από το έργο το δημιουργό του, ας μου το γνωστοποιήσει), Otto Dix και πάλι Otto Dix, James Ensor (οι μπαρμπούτες του…), Otto Griebel και στην τελευταία φωτογραφία ο Μαραμπού ή Κόλιας… (9/10)

* Κείμενο και φωτογραφίες της ανάρτησης πάρθηκαν από το http://www.alexis-chryssanthie.blogspot.com/2011/06/blog-post_22.html

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s