Κριτικές για έργα του Νίκου Καββαδία

Μαραμπού

[…] Ο Καββαδίας είναι ένας νέος οπλισμένος με μια πρώιμη πείρα της ζωής και των λυρικοδραματικών της αντιθέσεων.

Προικισμένος με θερμό αίσθημα και οξείαν παρατηρητικότητα, εκπληκτικά δυσανάλογη για την ηλικία του, παρουσιάζει μιαν εξωτική ποίηση συγχρονισμένη και απολύτως ειλικρινή.

Οι επιδράσεις, φυσικά, και οι ατέλειες των εκφραστικών του μέσων είναι αρκετά φανερές. Ο χρόνος, όμως, μας πείθει σύντομα για την εφημερότητα αυτών των αδυναμιών, όταν, κάτω απ’ αυτές, παραμένει αισθητός πάντοτε ο προσωπικός τόνος του ποιητού, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με τον Καββαδία. Η σπουδή, επίσης, και η μελέτη ελπίζουμε ότι θ’ απαλλάξουν την ποίησή του από κάποιους πλατυασμούς και κάποιες προτιμήσεις του σε θέματα, τα οποία, λόγω της φύσεώς τους και της συνθετικότητός τους, δεν μπορούν να τοποθετηθούν μέσα στα περιορισμένα πλαίσια της ποιητικής φόρμας, αλλ’ απαιτούν την διονυχιστικήν ανάλυσιν του πεζού λόγου.

Οπωσδήποτε τα ποιήματα της συλλογής Μαραμπού είναι ποιήματα με ύφος και σύνθεσι αγωνιώδη. Και ο Καββαδίας ένας νέος με αξιόλογες λυρικοδυναμικές δυνατότητες. Ας τον προσέξουμε για να τον βοηθήσουμε να τις αναπτύξει πληρέστερα και καλλιτεχνικότερα.

Καίσαρ Εμμανουήλ, «Πρόλογος στο Μαραμπού», Μαραμπού, Κύκλος, Αθήνα 1933.

Σήμερα θα ήθελα να δείξω μόνο την εικόνα ενός νέου, που παρουσιάζει πολλά από τα χαρακτηριστικά των καινούργιων νεανικών τάσεων. Πρόκειται για έναν έφηβο σχεδόν, που δε θα ʼναι παραπάνω από δεκαεννιά είκοσι χρονών. Δουλεύει σαν τρίτος καπετάνιος σε φορτηγά κι έχει γυρίσει στεριές και θάλασσες. Γράφει ποιήματα, στίχους κι εξέδωσε μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο Μαραμπού. Τα ποιήματά του δεν έχουν καθόλου τα γνωρίσματα των ποιητικών συλλογών των τελευταίων χρόνων. Ούτε φόρμα επιμελημένη, ούτε υποκειμενικά αισθήματα, ούτε πλούτο γλώσσας. Μια στυγνή παρατήρηση είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό τους. Και κάτω από τη διαυγή εικόνα των πραγμάτων, μια βαθύτερη ανθρωπιά, ένας καθάριος ανθρώπινος παλμός, μια γαλήνια έφεση για δικαίωση του ξένου ατόμου, είτε άνθρωπος είναι αυτό, είτε ζώο. Τα ποιήματά του είναι αφηγηματικά. Και μοιάζουν έτσι με μικρά διηγήματα. Δεν ξεχειλίζει σ’ αυτά το αίσθημα κι ο πλαστικός λόγος. Προδίδουν απλώς γνώση και παρατήρηση, την υπερνίκηση κάθε ρομαντισμού, την τάση ν’ αρπαχτούν εικόνες ζωής ολοζώντανες.
Φώτος Πολίτης, Πρωΐα, 15/12/1933.

——————

Το Μαραμπού του Καββαδία εμφανίστηκε μέσα στο κενό των δύο κόσμων –του ʼ20 και του ʼ30– και έγινε αποδεκτό, γιατί ο συναισθηματισμός του συνόψιζε με νόμιμο πλέον τρόπο ό,τι υπήρξε πέτρα σκανδάλου για την κατ’ εξοχήν «αστική» και «επιτυχημένη» γενιά της λογοτεχνίας μας. Ο Καββαδίας του Μαραμπού «νομιμοποιεί» τη «φυγή», την «αμαρτία» και την «παρακμή»˙ ήταν ο γραφικός «τρελός» που ʼχε το δικαίωμα, μετά τον απωθημένο Καρυωτάκη, να λέει ό,τι θέλει˙ ήταν «εξωτικός» – δηλαδή κάτι εκτός ή κάτι πολύ μακρυνό και ακίνδυνο. Η νεορομαντική θεματογραφία της αποδημίας διαβρώνεται βέβαια από το ρεαλιστικό στοιχείο και η διαγραφή μερικών ανθρώπινων τύπων και καταστάσεων μεταφέρουν τα ποιήματα του Μαραμπού από το χώρο του σαλονίστικου «εξωτισμού» στο χώρο της προσωπικής μαρτυρίας. Όμως για την ώρα η πηγή τους είναι βασικά φιλολογική, χωρίς αυτό να μειώνει την γνησιότητά τους, αφού η ποίηση του Καββαδία δεν οφείλεται στο επάγγελμά του περισσότερο απ’ όσο το επάγγελμά του οφείλεται στις ποιητικές, εφηβικές του παρορμήσεις. Το Mal du départ δεν είναι αποκλειστικότητα μιας ποιητικής σχολής, είναι αρρώστια όλων των ποιητών –δηλαδή όλων των εφήβων.

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Είναι οι στίχοι ενός αταξίδευτου που ʼγιναν το πασίγνωστο λάιτ-μοτίβ πολλών ηλικιών, σαρώνοντας τα ψυχρά θεωρήματα της γενιάς του ʼ30 –μια φωνή που ʼρχεται απ’ την απωθημένη γενιά του ʼ20. Όμως ο έφηβος ποιητής που ʼγραψε αυτούς τους στίχους, κάποτε πραγματοποίησε τη φυγή του. Και τότε ανακάλυψε πως δεν υπάρχει φυγή παρά μόνο στην ποίηση. Τόλμησε μάλιστα και να το πει σε μερικούς στίχους του. Αλλά ο μύθος είχε πλεχτεί κιόλας γύρω του. Ο Καββαδίας είχε γίνει μ’ εκείνο το εφηβικό του βιβλίο «ο ποιητής της θάλασσας και της αμαρτίας».

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Μύθος και ποιητική του «ταξιδιού». Νίκος Καββαδίας και άλλοι, Έρασμος, Αθήνα 1990, σσ. 46-47.

———————

Πούσι

Ο Νίκος Καββαδίας δεν είναι ο εγωκεντρικός περιηγητής που αντιπαρατίθεται ατομικά στον κόσμο και τον ερευνά για να γνωρίσει τον εαυτό του. Ο κόσμος είναι γοητευτικός γιατί υπάρχουν οι άνθρωποι –η μεγάλη ανθρωπότητα, το εξελιγμένο αυτό κομμάτι της φύσης που αγωνίζεται ενάντια στη φύση και δημιουργεί τη ζωή και το πνεύμα. Παλεύει και ματώνει και νοσταλγεί, αλλά δε φεύγει ποτέ από τον αγώνα, γιατί αυτός είναι πάθος δυνατό σαν τη μοίρα.

Έτσι, μέσα στο Πούσι του Καββαδία, το ανθρώπινο τοπίο είναι στο πρώτο πλάνο και το φυσικό τοπίο στο πλαίσιο. Κι εκεί ακόμα που λείπει ο άνθρωπος, το κύριο βάρος το παίρνουν τα έργα του, τα καράβια κι οι μηχανές, τα παράξενα φανάρια των θαλασσών, τα μυστηριώδη λιμάνια κι ακόμα και τα ζώα, οι παπαγάλοι κι οι πίθηκοι μπαίνουν κι αυτοί στο ανθρώπινο κλίμα κι έρχονται συντροφικά να παρηγορήσουν τον άνθρωπο στη μοναξιά του, όταν κλεισμένος στο κήτος του καραβιού κουμαντάρει τη μηχανή και το κύμα, μικρός Θεός που καταχτά την απόσταση πασαλειμένος ψαρόλαδο και κατράμι. Πόσο το νιώθει κανείς διαβάζοντας την ποίηση του Καββαδία, πως είναι απότολμο πράμα να μιλάς για τον άνθρωπο πριν γνωρίσεις καλά τη γη που τον φτιάνει! Το ταξίδι είναι πάντα η πιο βέβαιη πηγή της σοφίας.

Τη γης αυτή που ʼναι γεμάτη δυστυχία και ομορφιά, ο ποιητής την ανακαλύπτει κάθε στιγμή μέσα από το πούσι του μυστηρίου της και την αγαπά γιατί μπορεί να την υποτάζει. Τα οράματά του είναι γήινα και γι’ αυτό είναι βέβαια και μεγάλα, γιατί η γης είναι το πραγματικότερο ανθρώπινο περιβάλλον κι είναι στα μέτρα του ανθρώπου από τη στιγμή που ο άνθρωπος μπορεί να κινιέται και να φαντάζεται.
Ασημάκης Πανσέληνος, Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 61/1946, σ. 61.

——————

Η αυταρέσκεια προς τη μεγαλοποίηση που εμάντευε κανείς άλλοτε κάτω από την επιφάνεια των καυστικών του εξομολογήσεων, τώρα γεμίζει από ένα ρίγος ψυχικής περισυλλογής με δραματικό υπόστρωμα. Ο ήρεμος διηγηματικός τόνος του πυκνώνεται κι αυτός, γίνεται νευρώδης και κάποτε οξύς. Ο πολυσύλλαβος χασμωδικός στίχος του που τον άφηνε να κυλάει ανέμελα σα μποέμικο σφύριγμα κι αυτός παρουσιάζεται με μια τεχνική αρτίωση που εξαντλεί τις δυνατότητες των παραδοσιακών μέτρων και ισορροπείται μουσικά με τα πεζολογικά στοιχεία που αποτελούν μετουσιωμένα, χαρακτηριστικό γνώρισμα της τεχνοτροπίας του. Έχει εισχωρήσει και η στεριά, η ελληνική βασανισμένη στεριά της κατοχής που έζησε τον πόνο της και παρηγορήθηκε από το αντιστασιακό πνεύμα της. Όμως κι αυτές τις βιώσεις του τις ανέμιξε ποιητικά μέσα στο κύμα του μεγάλου θαλασσινού πάθους του προεκτείνοντας με υποβλητικήν ασάφεια τις πικρές μνήμες ως τις παλιές αγάπες και φέροντάς τες στο κλίμα που είναι ένα κλίμα προσωπικό και ανεπανάληπτο.

Μιχ. Περάνθης, Έθνος, 30/5/1947.

Βέβαια, ο κοσμοπολιτισμός του Καββαδία δεν έχει τίποτε το κοινό με τη λεπταισθησία και την πνευματική αριστοκρατικότητα, με τη σοβαρή αβρότητα και τον εσωτερικό λυρισμό του Ουράνη, ούτε όμως και με την ψεύτικη κοσμικότητα και τη ρομαντική φιλολογικότητα των άλλων. Φυτρώνει στους αντίποδες των καταστάσεων αυτών, στους αντίποδες όλου του ως τότε ποιητικού κοσμοπολιτισμού, σαν αμαρτωλό φυτό του υπόκοσμου των φορτηγών καραβιών και των σύγχρονων λιμανιών. Στον αιθέριο κοσμοπολιτισμό των ονειρεμένων και σχεδόν διαλυμένων τοπίων του Ουράνη, πρόσθεσε τον πρωτόγονο εξωτισμό και την ελκυστική βαναυσότητα των περιστατικών της ταξιδιωτικής του εμπειρίας, φωτισμένη όμως «εκ των ένδον» μ’ ένα γλυκύτατο φως ανθρωπισμού που τόσο πιο γλυκά φέγγει, όσο περισσότερη λάμψη φωτίζει. Κι από το σημείο αυτό, αρχίζει να διαγράφεται σαφέστερη η υπεροχή του ποιητή Καββαδία. Είναι ο ποιητής που πλάτυνε το Εγώ του και χώρεσε μέσα του το διπλανό του. Δεν είναι καθόλου νάρκισσος, όπως όλοι σχεδόν οι άλλοι, μα το ενάντιο, σβήνει το εγώ του μπροστά στους άλλους. Έτσι θα μπορούσε να τον πει κανείς χριστιανό, έναν χριστιανό δίχως θεούς, που σαν τον Μπωντλαίρ, αισθάνθηκε κι αυτός κατάβαθα όλη τη θανατερή και διαβρωτική γοητεία του κακού, όλη την ομορφιά του άσκημου και του ανήθικου. Γιατί ο Καββαδίας συνάντησε και πασπάτεψε πολλή ανθρώπινη λάσπη στα φορτηγά καράβια και στα μεγάλα λιμάνια στα σημεία των ωκεανών που ξεβράζονται και μυρμηγκιάζουν όλα τα κατακάθια της σύγχρονης ζωής των μεγαλουπόλεων, όλα τα δείγματα του κακού που χαρακτηρίζουν έναν τόπο. Μα όπως ο Μπωντλαίρ γύρευε πάντα κοιτάζοντας ψηλά, ένα σημείο γαλάζιου όπου η ματιά του να λησμονεί τα οράματα των νυχτερινών του βραχνάδων και τα δωμάτια με τις νεκρές εταίρες, παρόμοια και ο Καββαδίας, μακρινός θαυμαστής του, γύρεψε απάνω στον ακάθαρτο πηλό του ανθρώπου ν’ αποτυπώσει μερικά θεία χαρακτηριστικά. Έτσι ο κοσμοπολιτικός εξωτισμός του και οι Μπωντλαιρικές απόπνοιες της φωνής του, σμίξανε με τόνους και ήχους πλατύτερα και συγκινητικά ανθρώπινους.

Παρ’ όλο τον κάπως σχηματικά διατυπωμένο αισθηματισμό του και την τάση του προς κάποιαν αθώα επίδειξη βίτσιων, φυσικό αμάρτημα της εν γένει κοσμοπολιτικής αγωγής, μ’ όλη τη συνήθειά του να εξιστορεί μάλλον παρά να τραγουδεί, ο Καββαδίας κατόρθωσε ν’ αγγίξει οριστικά την ποίηση. Μας έκαμε να επικοινωνήσουμε μ’ ένα αψύ, θαλασσόχαρο λυρισμό, σύνθετο από αρμύρες, ωκεάνειες ριπές και από τις διεγερτικές εκείνες μυρουδιές του βαπορίσιου κάρβουνου που, για κάθε Έλληνα, είναι ένα ακαταμάχητο οσφραντικό σύμβολο ταξιδιού, μια μεθυστική προτροπή φυγής όμως πραγματικής, όχι για ν’ αρνηθούμε μα για να γνωρίσουμε τον απέραντο κόσμο. Ο Καββαδίας έτσι βγαίνει μπροστά μας αγνότερος από τις αμαρτίες του, διαρκέστερος από τον εποχικό κοσμοπολιτισμό του και τις επιδράσεις που δέχτηκε. Κι αν ακόμα δε λογαριάσουμε το Πούσι, την τελευταία του ποιητική συλλογή, όπου παρουσιάζεται μεστότερος, πολύ πιο τεχνικός, αλλά και σαν κουρασμένος και αποψιλωμένος από τα νεανικά του όνειρα και με πεσμένη την ορμή των παρθένων του συναισθημάτων, πάλι ο Καββαδίας θα διεκδικήσει μια μόνιμη θέση στην ιστορία της νεότερης ποίησής μας. Μαζί με τον Κώστα Ουράνη και πολύ ασφαλέστερα από τους άλλους δικαιώσανε τον κοσμοπολιτισμό και χρησιμοποιήσανε τα στοιχεία του, τ’ ανθρώπινα και τα καλλιτεχνικά, προς όφελος του νεοελληνικού ποιητικού λόγου.

Ανδρέας Καραντώνης, Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τχ. 8/1947, σ. 65. Παρατίθεται στο βιβλίο του Τάσου Κόρφη, Νίκος Καββαδίας. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του, Κέδρος, Αθήνα 1978, σσ. 120-122.
————————-

Βάρδια
Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το μυθιστόρημά του αποτελείται περισσότερο από προσωπικές ιστορίες και ότι λίγο απέχει από ένα αυτοβιογραφικό ημερολόγιο. Αλλά θα τον αδικούσαμε. Η οξύτατη παρατηρητικότητα του συγγραφέα φανερό είναι πως έχει τόσο στενά συνεργασθεί με τη μνήμη του ώστε αυτά που προσφέρει στις σελίδες του, παρ’ όλο τον υποκειμενισμό τους, να παρουσιάζουν συνάμα και μια γενικότερη αξία. Την αξία μιας υποβλητικής αποδόσεως κλιμάκων καθώς και ανθρωπίνων ψυχικών τοπίων. Βέβαια και εδώ ο Ν. Καββαδίας δεν παύει να είναι ο ποιητής, αλλά με πολύ πιο έντονη, αν τη συγκρίνουμε με τα ποιήματά του, τη ρεαλιστική του διάθεση.

Εκείνο που κάνει αμέσως εντύπωση είναι το ότι κατορθώνει, μέσα σε τόσο λίγες σχετικώς σελίδες, να δώσει αμέτρητα σκίτσα –περισσότερο ή λιγότερο φιξαρισμένα, ανάλογα με την ιδιοτροπία της μνήμης– απ’ τη σκληρή πραγματικότητα των πλοίων και ιδίως από τον κόσμο των πολύπειρων και βασανισμένων ανθρώπων τους. Φανερό είναι πως τον Ν. Καββαδία, σα γνήσιο Έλληνα, εκείνο που περισσότερο τον ελκύει, από αισθητική άποψη, είναι ο άνθρωπος με την ανεξάντλητη σ’ εκπλήξεις, μυστήριο και ιδιοτροπία ψυχή του. Απ’ την πηγή αυτή κυρίως αντλεί, όπως και στα ποιήματά του, για να δημιουργήσει την τόσο παράξενη ατμόσφαιρα του μυθιστορήματός του. Οι ιστορίες και τα γεγονότα που ο ίδιος ή τα άλλα του πρόσωπα έζησαν είναι ανεξάντλητα. Αλλ’ απ’ τον τρόπο που χειρίζεται, στην περίπτωση τούτη το υπεράφθονο υλικό της μνήμης του, μαντεύει κανείς τον αγώνα που αναμφίβολα θα κατέβαλε, για ν’ αποφύγει την απεραντολογία. Με δυσκολία πολλή φαντάζομαι να κατόρθωσε να πει μόνο όσα έπρεπε και αυτά πάλι τα είπε μ’ ένα ζωηρότατο τρόπο, που συναρπάζει και συχνά χάρη στην αλατισμένη, την υπεραλατισμένη θα έλεγα, και ελεύθερη γλώσσα των ναυτικών, διασκεδάζει. Η Βάρδια είναι το δώρο μιας πολύτιμης θαλασσινής πείρας. Είναι ένα βιβλίο οίστρου, άκακου θυμοσοφικού κυνισμού, αλλά και βαθειάς συμπάθειας για τον άνθρωπο και τη μοίρα του.

Τίμος Μαλάνος, Η Καθημερινή, 17/3/1954.

Επιλογή Βιβλιογραφίας

• Αργυρίου Αλεξ., «Καββαδίας Νίκος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 4, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1985.
• Βάρναλης Κώστας, «Ο Μαραμπού», Η Πρωία, 10/9/1943, σ. 1.
• Βογασάρης Άγγελος, Νίκος Καββαδίας (Μαραμπού). Ο ποιητής των μακρινών θαλασσινών δρόμων. Σαμουράι, Αθήνα 1979 (νέα έκδοση: Ιωλκός, 2002).
• Γαλανάκη Ρέα, «Προτάσεις για την ανάγνωση του Νίκου Καββαδία», Ο Πολίτης t. 18 (4/1978), σ. 94-99.
• Γιαλουράκης Μανώλης, «Νίκος Καββαδίας. Ένας λυρικός της θάλασσας», Νέα Σκέψη τ. 120/1979, σ. 17-18.
• Δεληγιάννης, Γιώργος, Ο ναυτικός και το πρόβλημα της μοναξιάς στην ποίηση του Νίκου Καββαδία. Κοινά σημεία Καββαδία και γαλλικής ποίησης, Ίδμων, Αθήνα 2002.
• Επτά κείμενα για το Νίκο Καββαδία (Αλέξανδρος Αργυρίου, Γιώργος Ιωάννου, Στρατής Τσίρκας, Ντίνος Χριστιανόπουλος), Επιμέλεια Άντεια Φραντζή, Πολύτυπο, Αθήνα 1982.
• Θρύλος Άλκης, «Κριτική για το Μαραμπού», Σήμερα 6/1933, σ.191.
• Ιωάννου Γιώργος, «Μαδέρια στο πέλαγος», Αντί 142 (4/1/1980), σ. 12-13.
• Καλοκύρης Δημήτρης, Χρυσόσκονη στα γένια του Μαγγελάνου. Εισαγωγή στον Νίκο Καββαδία, Άγρα, Αθήνα 2004.
• Καραντώνης Αντρέας, «Νίκος Καββαδίας», Φυσιογνωμίες, τόμ. Β΄, Παπαδήμας, Αθήνα 1977, σ. 333-342.
• Κασόλας Μήτσος. Νίκος Καββαδίας: Γυναίκα, θάλασσα, ζωή. Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, Καστανιώτη, Αθήνα 2004.
• Κασόλας Μήτσος, Νίκος Καββαδίας. Ο δαίμονας χόρευε μέσα του, Καστανιώτη, Αθήνα 2009.
• Κόρδης Γεώργιος Δ., Λένε για μένα οι ναυτικοί… Εικαστική αναφορά στην ποίηση του Νίκου Καββαδία, Αρμός, Αθήνα 2005.
• Κόρφης Τάσος, Νίκος Καββαδίας. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και του έργου του, Κέδρος, Αθήνα 1978 (και νέα έκδοση Πρόσπερος, 1991).
• Κούβελα-Τασιάκου Φλέρρυ, «Νίκος Καββαδίας. Ο αρμενιστής φιλόσοφος. Αφιέρωμα στον μαρκονίστα ποιητή, τον αέναο εραστή της θάλασσας και της γυναίκας, για τα τρία χρόνια από το θάνατό του – Η τελευταία συνέντευξή του», Γυναίκα, τ. 736/11-4-1978, σ. 38-42.
• Κούρτοβικ Δημοσθένης, «Νίκος Καββαδίας», Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς. Ένας οδηγός, Πατάκης, Αθήνα 1995, σ. 101-102.
• Λυκιαρδόπουλος Γεράσιμος, Μύθος και ποιητική του «Ταξιδιού», Έρασμος, Αθήνα 1990.
• Μενδράκος Τάκης, «Νίκος Καββαδίας (Ο Μαραμπού)», Κριτικά Φύλλα, Άνοιξη 1976 (τώρα και στον τόμο Μικρές δοκιμές. Κριτικά σημειώματα και άρθρα, Σοκόλης, Αθήνα 1990, σ. 94-103).
• Μικέ Μαίρη, Η Βάρδια του Νίκου Καββαδία. Εικονο-γραφήσεις και μεταμορφώσεις, Άγρα, Αθήνα 1994. • Νικορέτζος, Δημήτρης, Νίκος Καββαδίας: Ο τελευταίος αμαρτωλός. Εντός, Αθήνα 2001.
• Ντελόπουλος Κυριάκος, Νίκος Καββαδίας. Βιβλιογραφία 1928-1982. Ε.Λ.Ι.Α., Αθήνα 1983.
• Πανσέληνος Ασημάκης, «Κριτική για το Πούσι», Ελεύθερα Γράμματα τ. 61/1947, σ. 61.
• Παράσχος Κλέων, «Νίκου Καββαδία: Μαραμπού», Νέα Εστία τ. 160/1933, σ. 899-900.
• Ποταμιάνος Δ. Π., «Κριτική για τη Βάρδια», Διαβάζω 3-4, 10/1976, σ. 100-102.
• Σακκάτος Βαγγέλης, Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας. Ο παράξενος ταξιδευτής και συναρπαστικός αφηγητής, Δρόμων, Αθήνα 2009.
• Saunier Guy (Michel), «Ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό…». Έρευνα στον μυθικό κόσμο του Νίκου Καββαδία, Άγρα, Αθήνα 2004.
• Στεργιόπουλος Κώστας (επιμ.), «Νίκος Καββαδίας», Η ελληνική ποίηση. Ανθολογία-Γραμματολογία, Σοκόλης, Αθήνα 1980, σ. 514-517.
• Τράπαλης Γιώργος, Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καββαδία, Άγρα, Αθήνα 1992.
• Τσίρκας Στρατής, «Νίκος Καββαδίας: Ο ποιητής της αδελφοσύνης και των μεγάλων οριζόντων», Το Βήμα, 12/2/1975, σ. 4.
• Φιλίππου Φίλιππος, Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας, Άγρα, Αθήνα 1996.
• Χαλκούση Ελένη, «Ο φίλος, ο στοχαστής, ο ευαίσθητος “Μαραμπού”. Ο ποιητής της θάλασσας και του θανάτου – Η Ελένη Χαλκούση γράφει για το Νίκο Καββαδία», Η Απογευματινή, 15/2/1975.
• Χάρης Πέτρος, Μικρή πινακοθήκη. Σειρά δεύτερη, Κριτικά Φύλλα, Αθήνα 1975, σ. 140.
• Χατζοπούλου-Καραβία Λεία, «Νίκος Καββαδίας, ο Μαραμπού», Τομές, 3/1975, σ. 49.
• Χ[ουρμούζιος] Αιμ[ίλιος], «Κριτική για το Πούσι», Νέα Εστία, τ. 483/1947, σ. 1018.

Read more: http://logotexnia-ch.blogspot.com/2011/03/1910-1975.html#ixzz20DbUKdMZ

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s