Νίκος Καββαδίας – Ἀνένταχτα

ΓΡΑΜΜΕΣ+ΤΩΝ+ΟΡΙΖΟΝΤΩΝ

* Τὰ παρακάτω ποιήματα δὲν ἐντάχθηκαν σὲ κάποια ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Νίκου Καββαδία ἀλλὰ δημοσιεύθηκαν σὲ διάφορα ἔντυπα.

Κι αὐτὸς χαμογελάει…

Γνωρίζω κάποιον κύριο ποὺ ἠλίθιο τὸν νομίζουν,
γιατὶ, παράξενα μιλεῖ κι ἕνα μονόκλ φοράει,
γιατὶ, συχνάζει μ᾿ ἄσεμνες καὶ θλιβερὲς γυναῖκες
καὶ γιατὶ πάντα ὅτι τοῦ πεῖς αὐτὸς χαμογελάει.
Ποὺ στέκει ὧρες ἀμίλητος καὶ σὰν ἀφηρημένος,
καὶ ποὺ ὅταν, τί ἔχει τὸν ρωτοῦν οἱ φίλοι μ᾿ ἀπορία
αὐτὸς κυττάζοντας ἀλλοῦ ἀρχίζει νὰ διηγιέται
ἢ μίαν αἰσχρὴν ἢ μία πολὺ παράξενη ἱστορία.
Γιὰ μίαν ἑταίρα ὑστερικὴ ποὺ ζεῖ κι ὅλο πεθαίνει,
γιὰ ἕναν τρελλὸ ὅπου ζητάει νἅβρῃ τ᾿ ὄνειρό του,
γιὰ κάποιο γέρο ποὺ ἀγαπάει μ᾿ ἀνάστροφην ἀγάπη,
γιὰ μία γκριμάτσα τραγικὴ κάποιου χλωμοῦ Πιερρότου. …
Ξέρω ἕνα νέο ποὺ οἱ φίλοι του ἠλίθιο τὸν νομίζουν,
γιατὶ γιὰ πράγματα πολὺ περίεργα μιλάει
κι ὅσες φορὲς πασχίζουνε νὰ τόνε συμβουλεύσουν
κυττᾶ μὲ περιφρόνηση καὶ θλιβερὰ γελάει …

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΛΑΣ

* Δημοσιεύτηκε στὸ δεύτερο φύλλο τοῦ «Διανοούμενου», τὸν Δεκέμβρη τοῦ 1929, στὴν σελίδα 8.

Θυμᾶμαι κάποιο φίλο μου ψαρᾶ…

Θυμᾶμαι κάποιο φίλο μου, ἕναν ὠχρὸ καμπούρη
στὸ μακρινό μου τὸ χωριὸ ποὺ ἔκανε τὸν ψαρᾶ.
Πολλὲς φορὲς ψαρεύαμε μαζί, κι αὐτὸς ξεχνιώταν
μὲ τὰ κουπιὰ στὰ χέρια του κυττώντας τὰ νερά…
Κ᾿ ἦταν μακριὰ τὰ χέρια του σὰν τὰ κουπιὰ ποὺ ἐκράτει
καὶ μία σχισμένη ναυτικὴν ἐφόραγε στολή.
Ἔμενεν ὧρες σιωπηλὸς κι ἀκίνητος σὰ σφίγγα
κι ἔπειτα ὡς νἆταν μοναχὸς ἀρχίναε νὰ μιλεῖ.
Δὲ μίλαε γιὰ ναυάγια δὲν ἔλεε γιὰ φουρτοῦνες,
ἢ γιὰ κυρὲς τῆς θάλλασας μὲ οὐρὰ καὶ μὲ φτερά,
γι᾿ ἁπλὰ ἐμιλοῦσε πράμματα καὶ γιὰ συνιθισμένα
ποὺ ὅμως στὸ στόμα του αὐτουνοῦ γινόταν θλιβερά.
Εἶχε μία βάρκα ἔτσι μικρὴ ποὺ μόλις τὸν χωροῦσε
καὶ ποὺ τὴν ἔλεε μοναχὸς «σπίτι χωρὶς σκεπή».
Ὁ κόσμος τὸν ἐπείραζεν, αὐτὸς ἀδιαφοροῦσε.
Ἴσως δὲν εἴξερε ὁ φτωχὸς τὸν πόνο του νὰ πεῖ.
Πολλὲς φορὲς τὸν ἄκουγα βραχνὰ νὰ τραγουδάει
ἕνα τραγούδι ἐρωτικὸ μαζὶ καὶ ναυτικὸ
καὶ μοῦ φαινόταν πὼς σ᾿ αὐτὰ τ᾿ ἀρρωστημένα στήθη
κρυβόταν κάποιο θλιβερὸ μεγάλο μυστικό.
Καὶ μία βραδιὰ τὸν βρήκανε μὲς τὴ μικρή του βάρκα
μὲ τὰ μικρὰ τὰ μάτια του κλειστὰ γιὰ πάντα πιά…
Θυμᾶμαι κάποιο φίλο μου ψαρᾶ ποὺ ἀφηρημένος,
τὰ καθαρὰ κύτταε νερὰ καὶ κράτταε τὰ κουπιά.

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΛΑΣ

* (Στὴ μεταφορὰ τοῦ κειμένου διατηρήθηκε ἡ ἰδιοτυπία τῆς ὀρθογραφίας, ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ δύο «Λ» στὸ ψευδώνυμο.)
** Δημοσιεύτηκε στὸ τρίτο καὶ τελευταῖο φύλλο τοῦ «Διανοούμενου» (Ἰανουάριος 1930).

Ἀγαπάω

Ἀγαπάω τ᾿ ὅτι θλιμμένο στὸν κόσμο.
Τὰ θολὰ τὰ ματάκια, τοὺς ἀρρώστους ἀνθρώπους,
τὰ ξερὰ γυμνὰ δέντρα καὶ τὰ ἔρημα πάρκα,
τὶς νεκρὲς πολιτεῖες, τοὺς τρισκότεινους τόπους.
Τοὺς σκυφτοὺς ὁδοιπόρους ποὺ μ᾿ ἕνα δισάκι
γιὰ μία πολιτεία μακρυνὴ ξεκινᾶνε,
τοὺς τυφλοὺς μουσικοὺς τῶν πολύβουων δρόμων,
τοὺς φτωχούς, τοὺς ἀλῆτες, αὐτοὺς ποὺ πεινᾶνε.
Τὰ χλωμὰ τὰ κορίτσια ποὺ πάντα προσμένουν
τὸν ἱππότην ποὺ εἶδαν μία βραδιὰ στ᾿ ὄνειρό τους,
νὰ φανῇ ἀπ᾿ τὰ βάθη τοῦ ἀπέραντου δρόμου.
Τοὺς κοιμώμενους κύκνους πάνω στ᾿ ἀσπρόφτερό τους.
Τὰ καράβια ποὺ φεύγουν γιὰ καινούρια ταξίδια
καὶ δὲν ξέρουν καλὰ -ἂν ποτὲ θὰ γυρίσουν πίσω
ἀγαπάω, καὶ θά ῾θελα μαζί τους νὰ πάω
κι οὔτε πιὰ νὰ γυρίσω. Ἀγαπάω τὶς κλαμμένες ὡραῖες γυναῖκες
ποὺ κυττᾶνε μακριά,ποὺ κυττᾶνε θλιμμένα …
ἀγαπάω σὲ τοῦτον τὸν κόσμο -ὅ,τι κλαίει
γιατὶ μοιάζει μ᾿ ἐμένα.

* Περιοδικὸ τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐγκυκλοπαίδειας, τοῦ Παύλου Δρανδάκη, ἀρ. 173, 10 Μαρτίου 1929.

Ἀθήνα 1943

Οἱ δρόμοι κόκκινες γιομάτοι ἐπιγραφὲς
τρανὰ τὴν ὥρα διαλαλοῦν τὴν ὁρισμένη.
Ἀγέρας πνέει βορεινὸς ἀπ᾿ τὶς κορφὲς
κι ἀργοσαλεύουνε στὰ πάρκα οἱ κρεμασμένοι.
Μὲς στὴν Ἀθήνα ὅλα τὰ πρόσωπα βουβὰ
καὶ περπατᾶν ἀργὰ στοὺς δρόμους «ἐν κινδύνῳ»
ὡς τὶς ἑφτὰ ποὺ θ᾿ ἀκουστεῖ «Σιστὰς Μοσκβὰ»
καὶ στὶς ὀχτὼ (βαλ᾿ τὸ σιγὰ) «Ἐδῶ Λονδίνο».
Φύσα ταχιὰ σπιλιάδα, φύσα βορεινή.
Γραῖγο μου κατρακύλα ἀπ᾿ τὴν Κριμαία.
Κατὰ τετράδας πᾶν στὸ δρόμο οἱ γερμανοὶ
κάτου ἀπὸ μαύρη, κακορίζικη σημαία.
Μήνα τὸ μήνα καὶ πληθαίνουν οἱ πιστοί,
ὥρα τὴν ὥρα καὶ φουντώνει τὸ μελίσι
ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ μὲς στοὺς δρόμους θ᾿ ἀκουστεῖ
ἡ μουσικὴ ποὺ κάθε στόμα θὰ λαλήσει.

* Δημοσιεύτηκε στὸ παράνομο περιοδικὸ «Πρωτοπόροι», τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1943 μὲ τὸ ψευδώνυμο Ἀ. Ταπεινός.

Ἀντίσταση

Στὸ παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οἱ στεριές.
Πρώτη σου ἀγάπη τὰ λιμάνια σβυοῦν καὶ ἐκεῖνα.
Θάλασσα τρώει τὸ βράχο ἀπ᾿ ὅλες τὶς μεριές.
Μάτια λοξὰ καὶ τ᾿ ἀγαπᾶς: Κόκκινη Κίνα.
Γιομάτα πᾶν τὰ ἰταλικὰ στὴν Ἐρυθρά.
Πουλιὰ σὲ ἀντικατοπτρισμὸ -Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στὴ νυχτιὰ παίζουν νωθρά.
Λάμπει ἀρραβώνα στὸ δεξί σου: Ἀβησσυνία.
Σὲ κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ἰβηρική.
Ἀνάβουνε τοῦ Barriochino τὰ φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες καὶ Γραικοί.
Γκρέκο καὶ Λόρκα -Ἱσπανία καὶ Πασιονάρια.
Κύμα θανάτου ξαπολιοῦνται οἱ Γερμανοί.
Τ᾿ ἄρματα ζώνεσαι μ᾿ ἀρχαία κραυγὴ πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι καὶ σκοινί,
Οἱ κρεμασμένοι στὰ δέντρα, μπαίγνιο τοῦ ἀνέμου.
Κι ἀπὲ Δεκέμβρη, στὴν Ἀθήνα καὶ Φωτιά.
Τοῦτο τῆς Γῆς τὸ θαλασσόδαρτο ἀγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου ἀπὸ τὸ Δρῦ καὶ τὴν Ἰτιὰ
τὸ Διάκο, τὸν Κολοκοτρώνη καὶ τὸν Ἄρη.

* Δημοσιεύτηκε στὰ «Ἐλεύθερα Γράμματα» στὶς 10 Αὐγούστου 1945 στὸ φύλλο ὑπ᾿ ἀριθμὸν 14.

Στὸν τάφο τοῦ Ἐπονίτη

Ἐπέταξα τὴ σάκα μου καὶ τρέχω μὲ τουφέκια
Μικρούλης φαίνομαι Ἀδερφέ, τὸ μάτι δὲν μὲ πιάνει.
Στὴ μάχη ὅμως κουβάλησα χιλιάδες τὰ φουσέκια
κι ἀκόμα μ᾿ εἶδαν Γερμανοὺς νὰ στρώνω στὸ ρουμάνι.
Στὴ γειτονιὰ μὲ ξέχασε τὸ τόπι, τὸ ξυλίκι.
Καὶ μοναχὰ ποὺ πέρναγα μὲ τὸ χωνὶ στὸ στόμα.
Παιδί! Μὰ μὲ λογάριασαν οἱ λυσσασμένοι λύκοι.
Τεράστιο τὸ κουράγιο μου. Καὶ ποῦ νὰ δεῖς ἀκόμα.
Μία μέρα μᾶς μπλοκάρανε. Δυὸ ἐμεῖς καὶ αὐτοὶ σαράντα.
Σφαίρα τὴ βρῆκε τὴν καρδιὰ πού ῾μοιαζε μὲ γρανίτη.
Σὲ μία γωνιὰ μὲ θάψανε χωρὶς ἀνθούς, μὰ πάντα
Σὰ ρόδο θὰ μοσκοβολάει ὁ τάφος τοῦ Ἐπονίτη.

* Δημοσιεύτηκε στὸ περιοδικὸ «Νέα Γενιά» χρόνος 3ος, ἀρ. φύλλου 51, 15 Ἰουνίου 1945. Τὸ ποίημα βρέθηκε καθ᾿ ὑπόδειξη τοῦ Γιώργου Ζεβελάκη.

Σπουδαστές

Σᾶς εἶδα κάτου ἀπὸ τὴν πύρινη βροχὴ
μὲ τὰ πλακὰτ καὶ τὰ σκουτιὰ τὰ ματωμένα
ἐσᾶς ποὺ κάματε τὴ δύσκολην ἀρχὴ
κεῖνα τὰ χρόνια τὰ βαριὰ τὰ κολασμένα. Σήμερα βλέπω τὰ δικά σας τὰ παιδιὰ
σμάρι πηχτὸ μὲς στοῦ πελάγου τὴ (σπι)λιάδα.
Πάντα κατάντικρα στὴν κάθε ἀναποδιὰ
καὶ σ᾿ ὅσους πᾶνε νὰ σταυρώσουν τὴν Ἑλλάδα.

* Ἀφιερωμένο στοὺς Μάκη Ρηγᾶτο καὶ Γιάννη Καούνη, μέλη τῆς Δημοκρατικῆς Νεολαίας Λαμπράκη. ** Δημοσιεύτηκε στὴν «Πανσπουδαστικὴ» λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πραξικόπημα τοῦ 1967.

Στίχοι γιὰ τὴ ζωγραφική σου

(Τὸ χέρι τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μέσα στὴν πέτρα
καὶ τραβάει ἕναν ἀϊτὸ μέσα ἀπ᾿ τὴ νύχτα του.)
S. J. Perse Στὸ ζωγράφο Σ.Κ. Γραμμένο
Παλεύουν, λευτερώνονται, σκλαβώνονται καὶ
πάντα παλεύουν. Τὰ χέρια. Ἀναστρέφει
ὁ τροχὸς τὴν εἰσβολή. Γίνεται ἅρμα, λυτρώνεται
τὸ νερὸ ἀπὸ τὸ φράγμα καὶ γράφει Μαιάνδρους
ἀκόμα καὶ στὰ ποτάμια τῶν Ἀντιπόδων.
Ρυτιδώνεται ἡ μούχλα ποὺ σκεπάζει τὴν ὑποψία
στὸ Ὑδραγωγεῖο τῶν Μυκηνῶν. Στὴ Βύβλο, ἡ ὥρα
ὀνειρεύεται. Οἱ ἀκραῖοι φρουροί, ὅταν συναντῶνται
συνεργοῦν. Δὲ μᾶς τρομάζουν. Ὁ ἕνας, ὁ μοναχὸς
εἶναι τοῦ φόβου. Μινώταυρος καὶ συλλογᾶται.
Τὸ καράβι τῆς Οὒρ στενάζει πάνω στὶς πέτρινες
ρόδες του, καθὼς λευτερώνεται ἀπὸ τὸ λίκνο
του γιὰ τὸ μεγάλο στεριανὸ ταξίδι καὶ
κλυδωνίζεται μέσα σὲ δάση, πάνω σὲ βουνά,
ἀλλάζει χρῶμα μπροστὰ σὲ κάθε ρεματιά,
ἰσκιώνει καὶ ξαφνιάζει τὸν Εὐφράτη, στολίζει
τὸν Τίγρη, ὥσπου τινάζοντας τὰ χρώματα καὶ
τὰ κάθε λογῆς φυτά, ποὺ τὸ σκεπάζουν, παγιδεύεται
ἀπὸ τὴ θάλασσα, τὶς πολλὲς θάλασσες. Τὴ μία.
Οἱ αὐστηρὲς ἀλετρίδες κινοῦν τοὺς ξύλινους μοχλοὺς
τῶν ἀρότρων, γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τὰ κράσπεδα
τοῦ Ἀταβύρου ὅπου τὰ μεγάλα λιθάρια θὰ παιδέψουν
τὸ ξανθὸ σιτάρι γιὰ τὸ ἀλεύρι τοῦ πρώτου ψωμιοῦ.
Ἄρτος. Ὄχι γιὰ ὅλα τὰ στόματα.
Ποῦ πρωτὄδα τοῦτα τὰ δίχτυα; Ναί, θυμᾶμαι
τὰ ξέπλεκαν κοντοὶ νησιῶτες λοξομάτηδες.
Ὅλοι μαζὶ τὰ τίναζαν, τὰ πετοῦσαν τ᾿ ἀψήλου
καὶ τ᾿ ἄφηναν νὰ πέσουν καταγῆς. Τὸ ἴδιο
εἶδα νὰ κάνουν καὶ σὲ κεφαλονίτικα ψαροχώρια.
Στὸ Φισκάρδο. Στὴν Ἄσσο. Λυπήσου ἐκείνους ποὺ
δὲν ὀνειρεύονται.
Τοῦτα τὰ δίχτυα δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὰ
νετάρεις. Καὶ λίγη γνώση. Ἕνα ψίχουλο.
Φτάνει νὰ ξέρεις νὰ μετρᾶς τὰ δάχτυλά σου,
ξαναρχίζοντας ἀπὸ τὰ τελευταῖα στὰ πρῶτα.
Καὶ πίστη. Ἕνα κλωνί.

* Τὸ ποίημα αὐτὸ βρίσκεται στὸ βιβλίο τοῦ Πειραιώτη φίλου του Ἄγγελου Βογάσαρη, «Νίκος Καββαδίας».
** Τὸ ἴδιο ποίημα ὑπάρχει καὶ στὴν «Αὐγή», 15 Φεβρουαρίου 1977. *** Γράφτηκε γιὰ τὴν πρόσκληση – ἀφίσα τῆς ἔκθεσης ζωγραφικῆς τῆς Σ. Κυπαρίσση μὲ χρονολογία 6 Μαρτίου 1971.

Ἐρωτικὸ γράμμα

Κοριτσάκι μου, Θαλασσωμένο ἀπόψε τὸ Αἰγαῖο.
Τὸ ἴδιο κι ἐγώ.
Χθὲς δὲν πρόλαβα νὰ καθίσω στὸ τραπέζι κι ἕνα τηλέφωνο
μὲ κατέβασε στὸ λιμάνι. Στὶς ἑφτὰ ποὺ σαλπάραμε, δὲν
μποροῦσα νὰ περπατήσω ἀπὸ τὴν κούραση. Ἡ παρηγοριά μου
ἦταν ἡ «ὥρα» σου. Ἡ λύπη μου ὅτι δὲν κυβέρνησα οὔτε στιγμὴ
τὸ καταπληκτικὸ Θαλασσινὸ σκαρί, τὸ κορμί σου.
Ἀπὸ δείλια καὶ ἀτζαμοσύνη σήκωσα τὸ κόκκινο σινιάλο τῆς Ἀκυβερνησίας.
Εἶδα χθές, πολλὲς φορὲς τὴν κοπέλα τῆς πλώρης:
Τὴ λυσίκομη φιγούρα νὰ σκοτεινιάζει, νὰ θέλει νὰ κλάψει.
Σὰ νά ῾χε πιστέψει γιὰ πρώτη φορὰ ὅτι πέθανε, ὁ Μεγαλέξανδρος,
ὅμως τὸ καρχηδόνιο ἐπίχρισμά του ἔμενε τὸ ἴδιο λαμπρό.
Μὲ τὸ αὐτοκρατορικὸ κάλυμμά του. Κόκκινο της Πομπηίας
Rosso romano, πορφυρὸ τῆς Δαμασκός.
Βελοῦδο ποὺ σκεπάζει ἱερὸ δισκοπότηρο.
Ὄστρακο ὠκεάνιο ἁλμυρό. Κρασὶ βαθυκόκκινο ποὺ δίνει
δόξα στὸ κρύσταλλο. Πληγὴ ἀπὸ κοπίδι κινέζικο.
Ἀστραπή. Βυσσινὶ ἡλιοβασίλεμα.
Λαμπάδα τῆς πίστης μου.
Ἀνοιχτὸ σημάδι τοῦ ἔρωτά μου
Ὄνειρο καὶ τροφὴ τῆς παραφροσύνης μου
Σὲ ἀγκαλιάζω.

ΚΟΛΙΑΣ

* Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς τοῦ ὁ Νίκος Καββαδίας ἐρωτεύτηκε μία κοπέλα, τὴ Θεανὼ Σουνᾶ. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐρωτικὰ γράμματα τὰ ὁποῖα ἔστειλε ὁ ποιητὴς στὴν κοπέλα.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s