ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ, Ο ΑΛΝΤΕΜΠΑΡΑΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

crying-michelle-key

“Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.”

Fata Morgana, Τραβέρσο (1975)

Από το μπαλκόνι έβλεπες το λιμάνι, ολόκληρη την παραλία ώς τον Λευκό Πύργο. Ήταν όμορφα τα καλοκαιρινά εκείνα βράδια της σκούρας ησυχίας, να καπνίζεις το τσιγάρο σου, και η καύτρα σου να γίνεται ένα με τα μικρά φωσάκια των πλοίων που είχαν αράξει και περίμεναν ξανά το φευγιό τους.

Μα και τον χειμώνα, η πρωινή ομίχλη που σκέπαζε τα πάντα και έκανε τα νερά γκριζωπά, θολά και δυσοίωνα, έφτιαχνε στον ψηλωμένο νου μια μικρή ιστορία. Έπιασαν λιμάνι, λέει, φόρεσε την τραγιάσκα του, βγήκε να περπατήσει μέσα στο κρύο. Στα χείλη του κράταγε το τσιμπούκι του αναμμένο και γέμιζε την ατμόσφαιρα με έναν καπνό ανεξίτηλο.

Αν δεν είσαι ρομαντικός στα είκοσί σου, τότε πότε;

Έμαθα τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία από τις μελοποιήσεις του Θάνου Μικρούτσικου. Τα ακούγαμε κατ’ επανάληψη, εμμονικά, όπως κάνουν όλοι οι έφηβοι κι όλοι οι νέοι. Και δε θα διαβάσω ποτέ, θαρρώ, κανένα ποίημα του ασυρματιστή, μην έχοντας στο μυαλό μου σαν υπόκρουση αυτές τις ενορχηστρώσεις, που τότε μάλιστα πίστευα πως ήταν ή πως έπρεπε να είναι και οι μοναδικές. Δεν είναι βέβαια. Τα ποιήματα του Καββαδία έχουν μελοποιηθεί ξανά και ξανά σχεδόν στο σύνολό τους και έχουν ερμηνευτεί από πάρα πολλούς καλλιτέχνες. Δεν είναι όμως, σαφώς, όλες οι εκτελέσεις εξίσου πετυχημένες ή ενδιαφέρουσες. Για την ακρίβεια, ορισμένες, κατά την άποψή μου, είναι αποτροπιαστικά μακριά από το ύφος των ποιημάτων, με χαρακτηριστικότερη μάλλον αυτή του Σταμάτη Κραουνάκη στη «Θεσσαλονίκη»:
(http://www.youtube.com/watch?v=wips78vpTws)

Διαβάζοντας ένα άρθρο του Παντελή Μπουκάλα, σε ένα εξαιρετικό ένθετο αφιέρωμα της «Καθημερινής» στον Καββαδία (28/2/1999), συνάντησα μια σκέψη με την οποία κατ’ αρχήν δε διαφωνώ διόλου, αν και δεν τη συμμερίζομαι, οπωσδήποτε, όσον αφορά τη μελοποίηση των καββαδιακών ποιημάτων συγκεκριμένα από τον Θάνο Μικρούτσικο. Γράφει ο Μπουκάλας για τα ποιήματα του Καββαδία: «Δοκίμασαν λοιπόν, και όχι πάντοτε με ζηλευτά αποτελέσματα, να τα μελοποιήσουν, δηλαδή (όπως πάντοτε συμβαίνει) να αποσπάσουν μία και μόνη μουσική από τις πολλές που ακούει ο αναγνώστης τους και αυτήν ακριβώς να παγιώσουν· ανέκαθεν η μουσικοσυνθετική “ανάπλαση” συνιστά ερμηνεία, και μάλιστα αυστηρή». Και πράγματι, η μουσική απόδοση είναι κατ’ ουσίαν μια ερμηνευτική προσέγγιση, προσωπική όσο και η ανάγνωση ενός ποιήματος, μοναχά λειψή ή λειψότερη. Στην περίπτωση του Μικρούτσικου (Ο Σταυρός του Νότου & Γραμμές των Οριζόντων) όμως, θαρρώ, πως μέσα στο πλαίσιο της μπαλάντας, που μπολιάστηκε με τζαζ εκρήξεις, αποδόθηκε ολοκληρωμένα αυτή η «ιδιότυπη διαδοχή εικόνων και κάποιες απροσδόκητες λογικές ανατροπές, σουρεαλιστικής χροιάς» (Δ. Νικορέτζος, Ο τελευταίος αμαρτωλός, εκδ. Εντός) της maudite ποίησης του Καββαδία. Ο Μικρούτσικος ακολούθησε το «αργοβάδιστο, το νωχελικό τέμπο» των καταραμένων, κρατήθηκε μακριά από οτιδήποτε λυρικό και μελοδραματικό θα αλλοίωνε την ποιητική πρόθεση και επιδόθηκε σε ένα «φιξάρισμα εργαστηριακό», όπως ο ίδιος ο ποιητής στο πλέξιμο των στίχων του. Δε στάθηκε μουσικά περισσότερο στο περιθώριο απ’ ότι στον κοσμοπολιτισμό και τον εξωτισμό ή το αντίστροφο. Δε “στάθηκε” γενικώς πουθενά. Η ενορχήστρωση, οι μουσικοί δρόμοι άφησαν περιθώρια ή και έδωσαν το έναυσμα για την αναζήτηση, την ανάδειξη «του κρυφού νοήματος που τρώει το βάθος των λέξεων» (Μπουκάλας). Επέτρεψε σε άλλους να ακολουθήσουν τους «νοητούς ποιητικούς χάρτες» ρεμβάζοντας και σε άλλους να βουτήξουν απρόσκοπτα στους πόντους των νοημάτων. Ο Καββαδίας δεν έζησε τόσο, ώστε να ακούσει ηχογραφημένες, επίσημες, μελοποιήσεις των ποιημάτων του*. Εικάζω όμως ότι θα ήταν ευχαριστημένος με τις συγκεκριμένες, που, όπως ακριβώς και η γραφή του, παρά τη μονοτονία που επιβάλλει το μέτρο και η ρίμα, έδωσαν ένα νεωτερικό στίγμα, εντελώς προσωπικό του ποιητή (και του συνθέτη).

Αξιόλογες προσπάθειες μουσικοσυνθετικής απόδοσης των ποιημάτων του Καββαδία ήταν επίσης του Γιάννη Σπανού (Ιδανικός κι ανάξιος εραστής, με ερμηνευτή τον εξαιρετικό Κώστα Καράλη – 1975), της Μαρίζας Κωχ και των Ξέμπαρκων (Ηλίας Αργιώτης και Νότης Χασάπης με τη φιλική συμμετοχή της Δήμητρας Γαλάνη). Οι τελευταίοι δεν πρόσθεσαν, ίσως, και δεν αφαίρεσαν, πιθανόν, τίποτα από την ουσία των ποιημάτων, μιας και τα τραγούδησαν με απόλυτη λιτότητα, με “ασφάλεια”, στήνοντας απλά ένα ταιριαστό περιβάλλον, σαν δυο ναυτικοί που κάθισαν με μια κιθάρα στο κατάστρωμα του καραβιού και γρατζουνούσαν τις εικόνες της αλμυρής ζωής τους.

Μαρίζα Κωχ, Φάτα Μοργκάνα

Ξέμπαρκοι, William George Allum

207751-2195577326_5b35f77155_b

Είναι πραγματικά πολυάριθμες οι μελοποιήσεις, οι εκτελέσεις αλλά και οι ερμηνείες που έχουν γίνει στα τραγούδια του Καββαδία. Και οι περισσότερες αδιάφορες, για να λέμε την αλήθεια. Οι συνθέσεις του «Χειμερινού Κολυμβητή» Χάρη Παπαδόπουλου, ας πούμε, με τον Βασίλη Λέκκα, έχουν μια λυρικότητα και μιαν επιτήδευση, αντίθετες προς το ποιητικό αποτέλεσμα αλλά και την εκπεφρασμένη πρόθεση του ποιητή, πράγμα που τις καθιστά τουλάχιστον αδιάφορες. Ακόμα και πάνω στην εξαιρετική μουσική του Θάνου Μικρούτσικου όμως δεν υπήρξαν όλες οι ερμηνείες πετυχημένες. Η Χάρις Αλεξίου, για παράδειγμα, ερμήνευσε τους «7 Νάνους» δίχως την απαραίτητη αφηγηματικότητα.

Τα ποιήματα του Καββαδία συνεχίζουν, βέβαια, να τραβούν το ενδιαφέρον και των νεότερων τραγουδοποιών. Η φυγή που υπόσχονται μάλλον είναι αειθαλώς δελεαστική. Εδώ μια απόπειρα των Δαρνάκων (2007) και μια λάτιν εκδοχή του Νίκου Πιπινέλη. Στην κρίση σας…

Δάρνακες, Αρμίδα http://www.youtube.com/watch?v=TVA5X_VboGc

Νίκος Πιπινέλης, Αρμίδα http://www.youtube.com/watch?v=NsjB7v12yLE

(Δυστυχώς, δεν υπάρχει ακόμα – ή εγώ δεν την εντόπισα – στο you tube η διασκευή της Μυρτώς Σαρτζή στη «Γυναίκα». Αν η πλωριά γοργόνα του Καββαδία είχε φωνή, θα ήταν της Μυρτώς, θαρρώ…)

*Η μοναδική επίσημη μελοποίηση που άκουσε ο Καββαδίας, ήταν «Το πειρατικό» (δηλαδή η Αρμίδα) του Πάνου Σαββόπουλου, που κυκλοφόρησε το 1971. Στους στίχους, εξαιτίας της λογοκρισίας που επέβαλε η δικτατορία, η λέξη χασίς είχε αντικατασταθεί από τη λέξη κρασί και το ρήμα καπνίσει από το… κοπανήσει!

Αρμίδα, Πάνος Σαββόπουλος http://www.youtube.com/watch?v=CqN4vt2o7LU

Μαρέα

Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρει μες στα νερά
το παλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες του Chagall
άλογα – τσίρκο του Seurat
Πυξίδα γέρικη – ataxie locomotrice –
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κ’ οι τρεις
να λύσει τ’ άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα
Της τραμουντάνας τ’ άστρο, τ’ άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες
Του Mazagan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά
Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες
μας πρόδωσε μ’ ένα πνιγμένο του Νορόνα
Πουλιά στα ξάρτια – καραντί – στεργιανή ζάλη
χελιδονόψαρα – πνιγμένου δαχτυλίδι
Του ναυτικού το δυσκολότερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι
Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει
Τη νύχτα οι ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ’ αστεία
[Πούσι, 1947]

Η παλίρροια του Καββαδία, η «Μαρέα», είναι μια σύνθεση κρυπτική, γεμάτη συνεκδοχές, μετωνυμίες και συμβολισμούς. Πρόκειται για όρους ναυτικούς, επίσημους ή της αργκό, και εικόνες της ζωής των θαλασσινών, που συναρμόζονται σαν καλοφτιαγμένο ψηφιδωτό πάνω στον υπαινιγμό μιας αέναης δισυπόστατης αναζήτησης, με λάιτ-μοτίφ τον «ξελογιασμένο» αστέρα Αλντεμπαράν, που τρέχει κατόπι των Πλειάδων. Ο ποιητής αναζητά αδιάκοπα το αντικείμενο του πόθου του, από τη μία, και τη στεριά, από την άλλη, ενώ η θάλασσα, ο ουρανός και το σώμα το ίδιο, το πάσχον, εξασφαλίζουν το ατέρμονο κυνήγι διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον σύγχυσης, ανισορροπίας και αποπροσανατολισμού.

Για να κατανοήσει κανείς το ποίημα σε βάθος, πρέπει πρώτα να το προσπελάσει γλωσσικά, να το αποσυμβολίσει. Γιατί τα ποιήματα του Καββαδία, αν και μπορούμε να τα απολαμβάνουμε έτσι ανοίκεια που μας είναι, εξαιτίας του εξωτισμού και του ερωτισμού που αποπνέουν, μεγεθύνονται δυσθεώρητα όταν πια κατανοούνται σε βάθος, και μας συνεπαίρνουν ασύγκριτα. Μεγάλη συμβολή στην κατανόηση του καββαδιακού έργου αποτελεί το γλωσσάρι του Γιώργου Τράπαλη (εκδόσεις Άγρα) με πλήθος λημμάτων που βοηθούν τον αναγνώστη να διεισδύσει στην ποίηση του πολυταξιδεμένου ποιητή.
Μαρέα, Γιάννης Κούτρας & Χρήστος Θηβαίος

Όποιος ενδιαφέρεται να μελετήσει το έργο (και τη ζωή) του ποιητή Καββαδία, μπορεί να ανατρέξει επίσης στο βιβλίο του Μήτσου Κασόλα «Γυναίκα-Θάλασσα-Ζωή. Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο» (εκδ. Καστανιώτη), που δεν είναι παρά εντυπωσιακές αφηγήσεις και απαγγελίες του ίδιου του Καββαδία, λίγο πριν το τέλος της ζωής του. Εκεί, ο αναγνώστης συναντά έναν πιο “στεριανό” ποιητή, που χαμογελώντας ντροπαλά, εξηγεί το «καρχηδόνιο επίχρισμά» του, την «αγία σκουριά» των γυναικών… Κι αλίμονο αν αυτό δεν τον ταξιδέψει…

Το Ακάρεο του Bookstand

*Αναδημοσίευση από το http://bookstand.gr/2013/07/02/%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B7-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B2%CE%B2%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%83/

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s