Νίκος Καββαδίας, Ολίγα τινά…

Από τα Νανουρίσματα

Α BORD DE L’ “ASPASIA” (από τη συλλογή “Μαραμπού”)

‘Υστερα σ’ είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες  
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.  
Κ’ εγώ, που την υγρή έκταση αγάπησα,  
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν’ αγαπήσω… 

Τρία είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ποίηση του Καββαδία και τη σημαδεύουν: ο άνθρωπος της θάλασσας και η αγάπη του γι’ αυτόν, η γυναίκα με όλες τις μορφές της, που μεταβάλλονται μέσα στον ανάλογο χώρο, και ο θάνατος. Σκέτα ο θάνατος, γυμνός, μόνος, μια ξέρα για να τσακίζονται πάνω του τα όνειρα, η αγάπη για τη ζωή και όλες οι αφορμές για χαρά και αγάπη. Αυτή η αγάπη για τη ζωή και τη γυναίκα, είναι πάνω και πέρα από κάθε δύναμη, είναι μια κυρίαρχη μορφή, γοργόνα και σύμβολο, γυναίκα και χάδι, φίλος και εχθρός ώς το θάνατο. Η τρυφερότητα, που μ’ αυτή αντιμετωπίζει κάθε τι ζωντανό και η παράξενη ηθική και ανθρωπιά, που μ’ αυτήν βλέπει και τραγουδάει την κόλαση και τη βρωμιά της, τον κάνουν να ξεχωρίζει εντελώς από οποιαδήποτε άλλη ποιητική μορφή και τον σημαδεύουν σαν στοιχειό θαλασσινό που αρμενίζει στις θάλασσες, μιλώντας για τα πιο φριχτά πράγματα με μιαν αγιότητα ανθρωπιάς, που σου φέρνει δάκρυα. Είναι η γυναίκα πάντα που φέρνει και ξαναφέρνει στην ποίησή του την αγάπη του για τη θάλασσα, τόσο ταυτόσημη με της γυναίκας την αγάπη, που θα την έλεγες αλμυρή και άγρια φουρτούνα και μοιρολόι θαλασσινό για τους χαμένους στα νερά της. Η γυναίκα είναι στοιχειό κι είναι γοργόνα, είναι κολασμένη κι είναι άγια, είναι γλυκειά κι είναι άσπλαχνη, χίλιες μορφές αλλάζει, μα πάντα είναι η γυναίκα, αντιμέτωπη με τον έρωτα και το θάνατο, και παράξενα δεμένη μ’ αυτά τα δυο στοιχεία που κυριεύουν και κατευθύνουν τον πάντα ρευστό άνθρωπο της θάλασσας, τον ταξιδιώτη μιας αιωνιότητας, που του τη δίνει το υγρό στοιχείο απλόχερα…

Η γοητεία του εξωτισμού, που συνήθως επικαλούνται όσοι προσεγγίζουν το έργο του Καββαδία, δεν αρκεί για να κατανοήσουμε τη θετική ανταπόκριση του σημερινού αναγνώστη. Αν κάποτε ήταν κατανοητή η ένταξή του μέσα σε μια μόδα εξωτισμού, σήμερα η επίκλησή της δεν είναι πειστική. Ο ποιητικός λόγος του ασκείται σταθερά πάνω στην κόψη βίωμα/φαντασία. Πρόκειται για μια ποίηση που έλκει μεν την καταγωγή της από τη φιλολογία του ταξιδιού, αλλά κατ’ ουσίαν πραγματεύεται το ταξίδι της ίδιας της ποίησης, με τη μέθοδο του μετεωρισμού ανάμεσα σε καταστάσεις άκρως αντιθετικές: από τις απλές εξιστορήσεις ταξιδιών, περιγραφές συμπεριφορών των ναυτικών και των συναντήσεων που πραγματοποιούν στα λιμάνια, πληροφορίες που μοιάζει να έχουν βιωματική βάση, περνάμε, σχεδόν αβίαστα, στο μεταφορικό ταξίδι, ένα διαρκές ταξίδι, που οι σταθμοί στα λιμάνια έχουν μια πρόσκαιρη διάρκεια, σαν μικρές ανάσες μέσα στο συνεχές ταξίδι της ζωής. Μιας ζωής που, συχνά μεταβάλλεται σε ναυάγιο και πάντως συνεχίζεται, με τρόπο που δεν διαχωρίζεται από το θάνατο, ο οποίος δεν ορίζει ένα τέλος, αλλά είναι κι αυτός ένα ακόμη ταξίδι στο άγνωστο, μέρος κι αυτός της συνολικής μεταφοράς. Μέσα από κάθε ποίημα τα γνωστά στοιχεία ανοίγουν το δρόμο προς το άγνωστο κι εκεί ακριβώς επιτυγχάνει ο Καββαδίας να μας οδηγήσει σε περιοχή επέκεινα του γνωστού και οικείου, σε περιοχή δυσδιάκριτου νοήματος, σε περιοχή σκοτεινότητας. Η σύνθεση οικείου και ανοίκειου γλωσσικού υλικού είναι που φτιάχνει το γοητευτικό χαρμάνι της ποίησής του…

MAL DU DEPART (από τη συλλογή “Μαραμπού”)

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ  
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,  
θα ‘χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ  
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες…

Όταν έγραφε αυτό το ποίημα ο Καββαδίας (…το πρώτο που μελοποιήθηκε, από το Γιάννη Σπανό το 1975) θα ‘ταν δε θα ‘ταν είκοσι δυο ετών, άρα στην πραγματικότητα, δε θα μπορούσαν να τον αφορούν αυτοί οι στίχοι, παρά μόνο ίσως, ως μοναχικές σκέψεις ή φοβίες. Αυτό το επιβεβαιώνουν, άλλωστε κι οι φίλοι του. Ο ποιητής Στρατής Τσίρκας έλεγε συχνά πως, ο Καββαδίας ζούσε με την αγωνία μήπως και φύγει το καράβι του και μείνει ξέμπαρκος. Έτυχαν στιγμές μεγάλης έξαρσης κι ευτυχίας, που πάντα τις φαρμάκωνε μ’ ένα «Τι ώρα είναι;» Ωστόσο, αυτός ο φόβος του δεν επαληθεύτηκε… επαληθεύτηκε, όμως, ο άλλος… πως δε θα πέθαινε στην αγκαλιά της θάλασσας, όπως είχε ποθήσει, αλλά στη στεριά. Όμως, ο έφηβος ποιητής που ‘γραψε αυτούς τους στίχους, που ‘γιναν το πασίγνωστο λαιτ-μότιβ πολλών ηλικιών, σαρώνοντας τα ψυχρά θεωρήματα της γενιά του ’30, κάποτε πραγματοποίησε τη φυγή του. Και τότε ανακάλυψε πως δεν υπάρχει φυγή παρά μόνο στην ποίηση…

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s