Φαντασία, πραγματικότητα και πραγματικότητες στον Νίκο Καββαδία

real

Στην ποίηση του Νίκου Καββαδία οι λέξεις αυτές καθεαυτές, και το ειδικό βάρος τους, δεν βρίσκονται συχνά στην πρώτη γραμμή της παρατήρησης. Είναι στην θέση τους, χωρίς πολλά πολλά και χωρίς φιοριτούρες, ουσιαστικοί αγωγοί συναισθήματος και σκέψης.

Τί συμβαίνει όμως με την εικόνα της πραγματικότητας στην ποίησή του; Καθρέφτισμα ακριβείας, αντικατοπτρισμός ονείρου κοιμώμενου ή ξύπνιου, οριοθέτηση της προσωπικής κρυμμένης αγωνίας ή αναπαράσταση συμβάντων και τεκταινόμενων, τα όρια είναι ασαφή, κυρίως επειδή ο αναγνώστης βυθίζεται σε ένα σύμπαν στεγανό σχεδόν από τον πρώτο στίχο. Όταν το σύμπαν του ποιητή γίνεται και σύμπαν του αναγνώστη, τότε εκτός από τα συμβαίνοντα, αυτοί οι δύο μοιράζονται και τις πραγματικότητες, ή την όποια πραγματικότητα που οριοθετεί τον αναγνωστικό χώρο. Ενδιαφέρον και ταυτόχρονα αγχωτικό αυτό το μοίρασμα, αλλά ταυτόχρονα τόσο προσωπικό και εσωστρεφές, σαν κάποιος να διαβάζει τις μύχιες σκέψεις σου και να τις αραδιάζει στους στίχους. Η ποίηση του Καββαδία είναι για πολλούς αγχωτική γι αυτό ακριβώς τον λόγο, επειδή γίνεται μέρος του αναγνώστη και τον αναγκάζει να βγει από τη δική του πραγματικότητα και να βυθιστεί σε μια άλλη. Με προβλημάτιζε πάντα το γεγονός ότι το καββαδιακό σύμπαν είναι μια ερμητικά κλειστή οντότητα, αυθύπαρκτη σχεδόν, αυτοτελής. Λειτουργεί μόνο του και οριακά απερίσπαστο με τον αναγνώστη να καταλήγει μέρος του, συνταξιδιώτης σε ένα περίπλου κάθε άλλο παρά θετικά υποσχόμενο.

Η ενδόμυχη πραγματικότητα και ο εξωτερικός ρεαλισμός καταλήγουν να χάνουν τα διακριτά όριά τους, συμπυκνώνονται και παράγουν αυτό το ενδιάμεσο και αγωνιώδες, αυτή την αμφιταλάντευση ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν που γίνεται χαρακτηριστικό γνώρισμα των ποιημάτων του Καββαδία. Ο ποιητής δημιουργεί μια «στυλιστική» αντίθεση: από τη μια μεριά εδραιώνει την στεγνή πραγματικότητα της κάθε μέρας και της κάθε βάρδιας στο καράβι και από την άλλη την καλειδοσκοπική πραγματικότητα της φαντασίας, της διήγησης και του φόβου. Το καράβι, καταλυτικό στοιχείο τόσο στον καθημερινό ρεαλισμό μιας ναυτικής θεματικής όσο και στην προσωπική φαντασία, αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους, ένα μικρό σιδερένιο κελί μέσα στην ατελείωτη θάλασσα, ένα είδος φυλακής που είναι τελικά η προστασία του ποιητή από ό,τι εγκυμονεί στην στεριά, πραγματικό ή όχι. Είναι δύσκολο να ψηλαφίσει κανείς την βαθύτερη πηγή της αγωνίας στην ποίηση του Νίκου Καββαδία: είναι ό,τι βλέπει μέσα του ή είναι όσα μπορεί να συναντήσει έξω..; Μήπως το ταξίδι είναι τελικά αυτό ακριβώς, μια γέφυρα που συνδέει και ταυτόχρονα χωρίζει τον μέσα από τον έξω φόβο…;

Στους στίχους του Καββαδία υπάρχει η πραγματικότητα που μπορεί κανείς να αγγίξει και να αναγνωρίσει για να καθησυχαστεί, και μια άλλη πραγματικότητα που διαδραματίζεται μέσα στον αναγνώστη, που έχει το περίγραμμα του κορμιού του και το ασήκωτο βάρος του φόβου του.

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ

Στον Γιώργο Σεφέρη

Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μήδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
Κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabès.

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κ’ ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ’το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.

Ο παπαγάλος σού’στειλε στερνή φορά το «γειά σου»
κι απάντησε απ’το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω «σε προδίνω»,
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, τό’πνιξες μια νύχτα στο λονδίνο
ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του νερού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ’αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.[1]

[1] Νίκος Καββαδίας, Πούσι, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1989, σελ. 21-22.

Κρις Λιβανίου

*Από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr/search/label/%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82%20%CE%9A%CE%B1%CE%B2%CE%B2%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%B1%CF%82

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s