Η ποίηση του Νίκου Καββαδία – παράδοξος παραμορφωτικός καθρέπτης διαθέσεων

mirror

Μπορεί η ποίηση να αποτελέσει καθρέπτη για τον δημιουργό της και αν ναι, σε ποιό βαθμό…; Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα για την ποίηση του Καββαδία, δεδομένου ότι ούτως ή άλλως ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας είναι αναμφισβήτητα παρών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το εγώ του κειμένου με το εγώ του ποιητή είναι –και ευτυχώς υποθέτω- δύο απολύτως διακριτά πράγματα, όμως σε μια τόσο προσωπική ποίηση όπως αυτή του Καββαδία είνια λογικό να περιμένει κανείς να διαγράφονται αναλογίες.

Ο Καββαδίας τόσο στα ποιήματά του όσο και στην πρόζα του έχει τον ρόλο του αφηγητή: είναι αυτός που διηγείται την ιστορία, που βάζει τους πρωταγωνιστές της επί σκηνής, που ενίοτε επιχειρεί να κατευθύνει τη σκέψη του αναγνώστη του. Αυτό είναι που καθιστά την ποίησή του σε τέτοιο βαθμό προσωπική, σε συνδυασμό με το γεγονός της θεματολογίας βέβαια. Είναι αλήθεια ότι στοιχειοθετώντας ένα συγκεκριμένο προφίλ, ο ποιητής παρέχει στον εαυτό του ως άτομο αλλά και ως δημιουργό τις συνθήκες για μια δεύτερη ευκαιρία: επανασυστήνεται στον εαυτό του και στους άλλους. Τα στοιχεία αυτής της «αυτοπροσωπογραφίας» κινούνται σε ένα συνδυασμό αντιθέσεων: περιγράφεται ένας άνθρωπος ή έστω ένας λογοτεχνικός ήρωας με βάση στοιχεία που αυτοαναιρούνται, και τελικά η προσωπικότητα συνεχίζει να κινείται στο ημίφως και στα όρια.
Θεέ μου! είμαι μονάχα δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
Αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει. [1]
Το εγώ στην ποίηση του Νίκου Καββαδία είναι ένας καθρέπτης που κοιτάζουν ταυτόχρονα ο ίδιος και οι αναγνώστες του: ο μεν ποιητής για να συμφιλιωθεί με το είδωλο, οι δε αναγνώστες με την αυταπάτη ότι θα ψιλαφήσουν τον άνθρωπο.

Για τον Καββαδία η εικόνα του εγώ, όσο παραμορφωμένη και να είναι, αποσκοπεί στη συγχώρεση και στη λύτρωση έστω την πλασματική: είναι μια απόπειρα να ξεφορτωθεί το βάρος των επιλογών, των δικαιολογημένων ή αδικαιολόγητων τύψεων. Και σε μια κίνηση ανεπαίσθητου αυτοσαρκασμού, αφήνει να διαφαίνεται ότι η ζωή του θα συνεχίσει να ξελίσσεται μέχρι το τελευταίο μπάρκο χωρίς να αλλάξει πορεία, επειδή την συγχώρεση δεν υπάρχει κανείς να του την δώσει:
Πόρνος… Άφησε στις δούλες του από εκατό λίρες και τις όρκισε να πηγαίνουν μια φορά την βδομάδα να κατουράνε πάνω στο μνήμα του. Τον ήξερες καλά; Πριν του αποκριθώ, τον είχε φωνάξει ο καπετάνιος. Ποιός θα με συχωρέσει;…[2]

Κρις Λιβανίου

[1] Νίκος Καββαδίας, «Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου», in. Μαραμπού, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, στ. 13-16, σελ. 14.
[2] Νίκος Καββαδίας, Βάρδια, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1986, σελ. 110.

*Παρμένο από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr/search/label/%CE%9D%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82%20%CE%9A%CE%B1%CE%B2%CE%B2%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CE%B1%CF%82

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s