Νίκος Καββαδίας: ήχοι, βουή, θάλασσα

sea

Στην ποίηση, περισσότερο ίσως από τα άλλα λογοτεχνικά είδη, φαίνεται πως “εν αρχή ην ο ήχος”. Οι φθόγγοι, οι λέξεις, οι παύσεις και οι σιωπές. Οι θόρυβοι.

Η ποίηση του Νίκου Καββαδία κατακλύζεται κυριολεκτικά από ήχους: γιατί ενώ η βάση της είναι προσωποκεντρική, ακούγονται δηλαδή οι σκέψεις και οι ιστορίες του «αφηγητή», ο ήχος είναι παρόν και έχει και ισχυρό ρόλο στην ατμόσφαιρα.

Τι ακούγεται σε ένα ποίημα του Καββαδία εκτός και πίσω από τις λέξεις που το απαρτίζουν…; Ποιοι είναι οι ήχοι που συνθέτουν το ντεκόρ και υποστηρίζουν την φωνή;

Καταρχάς το θεμελιώδες στοιχείο είναι προφανώς ο ήχος της θάλασσας. Όχι όμως της γαλήνης: το ηχητικό περιβάλλον όπου ξετυλίγεται η ποίηση του Καββαδία είναι σχεδόν πάντα η φουρτούνα. Η θάλασσα δείχνει τον τρομακτικό εαυτό της, δηλώνει την παρουσία της μέσα από συναισθήματα αγωνίας, μέσα από το βουητό της καθορίζονται οι σχέσεις ισχύος: παραμένει κατάφωρα η παράμετρος που ορίζει την έκβαση του κάθε ταξιδιού. Η φουρτούνα, ο αέρας, ο ήχος της τσιμινιέρας, είναι το φόντο στο οποίο ξεδιπλώνονται οι στίχοι του ποιητή, ο χώρος όπου η εξωτερική αγωνία του θανάτου συναντά την εσωτερική, την ανασφάλεια, τον φόβο: πρόκειται για έναν καθόλα ισορροπημένο διάλογο.

Κάθε καράβι έχει τους δικούς του ξεχωριστούς ήχους, το δικό του ξεχωριστό αποτύπωμα, ο ποιητής το αφουγκράζεται και προσπαθεί να ενσωματωθεί σ’αυτό το περιβάλλον. Συγκεκριμένα τριξίματα, θόρυβοι και ακούσματα είναι αυτά που συνθέτουν την αυτοτέλεια, οριακά την αυθυπαρξία του καραβιού ως προς το πλήρωμα, και αποτελούν παράλληλα μια πηγή αγωνίας, ακόμα μια. Αγωνίας, αλλά και σιγουριάς κατά ένα τρόπο, της ανακούφισης του γνώριμου.

Τα βράδια όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.
[1]

Οι ήχοι και οι θόρυβοι στο έργο του Καββαδία, απρόσμενοι ή γνώριμοι, έρχονται να σπάσουν την πλασματική, ησυχία του υγρού στοιχείου: θα έλεγε κανείς πως λειτουργούν στον αντίποδα των ήχων της στεριάς, και είναι ίσως παρόντες για να διαψεύσουν την αντίληψη της ήρεμης θάλασσας. Στον Καββαδία η γαλήνη, τόσο σε προσωπικό όσο και σε φαντασιακό επίπεδο είναι ο προορισμός που δεν διαγράφεται ποτέ στον ορίζοντα, η πλασματική υπόσχεση και η προσωπική αυταπάτη, συνειδητή τελικά, που επιτρέπει στον ποιητή να ξεκινάει και να συνεχίζει το κάθε ταξίδι. Η σιωπή είναι τελικά η κατάσταση που εγκυμονεί κινδύνους, που παραπέμπει σε στεριανές συνθήκες, γι αυτό και στον Καββαδία η ησυχία είναι από παντού απούσα: ο άνθρωπος εντάσσεται στους ήχους που τον περιβάλλουν και τους αναγνωρίζει, προσπαθεί να χάνεται στον χώρο, πετυχαίνει να ενσωματωθεί και τελικά να αφομοιωθεί σ’αυτή την τόσο ιδιάζουσα πραγματικότητα που είναι το ταξίδι στην ποίηση.

Κρις Λιβανίου

[1] Νίκος Καββαδίας, «Οι γάτες των φορτηγών», in. Μαραμπού, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s