Νίκος Καββαδίας – αναχωρήσεις και αφίξεις, αναπόδραστες

sea

Είναι σαφέστατα ποίηση της θάλασσας, η ποίηση του Νίκου Καββαδία, με όλα τα ταξίδια, τους φόβους και τις αποφάσεις που αυτό συνεπάγεται. Ο ποιητής δεν αποποιήθηκε ποτέ την ταυτότητά του ως θαλασσινός, αλλά μετουσίωσε τα θεμελιώδη συστατικά στοιχεία της για να τους δώσει το λογοτεχνικό προφίλ που τον χαρακτηρίζει.

Ένα ταξίδι στο διηνεκές και στον χρόνο είναι η ποίηση του Νίκου Καββαδία, χτισμένη πάνω στα ασταθή καταστρώματα των πλοίων και στις βαθιά ριζωμένες υπαρξιακές αγωνίες του. Η αναχώρηση αποτελεί λοιπόν το σημείο όπου όλα αρχίζουν και όλα επαναλαμβάνονται. Η σημασία της στο ποιητικό έργο του είναι θεμελιώδης: επιτρέπει την επανεκκίνηση, ουσιαστικά επιτρέπει μια ακόμα ευκαιρία. Η αναχώρηση που σηματοδοτεί το καινούριο ταξίδι λειτουργεί σε δυο επίπεδα, συμπληρωματικά μεταξύ τους: ο ποιητής σε ένα πρώτο ρεαλιστικό επίπεδο αφήνει πίσω του τη στεριά, κατ’εξοχήν θέατρο κινδύνων πάσης φύσεως, κερδίζοντας σε συμβολικό επίπεδο μια ακόμα ευκαιρία για να διορθώσει τα κακώς κείμενα της στεριανής ζωής.

Η αναχώρηση είναι συμβολικά φορτισμένη επειδή κατά κύριο λόγο καλλιεργεί τις αυταπάτες της επικείμενης ή τουλάχιστον της πιθανής λύτρωσης: το επόμενο ταξίδι είναι πάντα το καθοριστικό, αυτό που περικλείει όλες τις ελπίδες και αυτό που θα τις προδώσει όλες. Στην πραγματικότητα η αναχώρηση είναι η μια όψη του νομίσματος, η άλλη είναι φυσικά η άφιξη. Κάθε μπάρκο, κάθε καράβι στοχεύει στον τελικό προορισμό, κι αυτό ανεξαρτήτως χρόνου: αργά ή γρήγορα η στιγμή του λιμανιού θα φτάνει πάντα, και ο ποιητής επιχειρεί να ψηλαφίσει την συμβολική ισορροπία ανάμεσα στο λιμάνι που πλησιάζει στον ορίζοντα και στο λιμάνι που αργότερα θα απομακρύνεται.

Στην ποιητική συλλογή Μαραμπού ο ποιητής επεκτείνει το στοιχείο της αναχώρησης/άφιξης και σε αντικείμενα-σύμβολα: διασταυρώνεται με ανθρώπους και πράγματα που στη συνέχεια χάνονται, διαγράφοντας τις δικές τους ανεξάρτητες πορείες. Το μαχαίρι στο ομώνυμο ποίημα, η πίπα («Έχω μια πίπα»), η μαϊμού (« Η μαϊμού του ινδικού λιμανιού»), ο Γουίλλη («Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί») διασχίζουν την ζωή του ποιητή για κάποιο διάστημα, μετατρέπονται σε στίχους και παγώνουν στον χρόνο: γίνονται ανάμνηση.

Ύστερα σ’είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες
Μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω.
Κι εγώ, που μόνο την υγρήν έκταση αγάπησα,
Λέω πως εσένα θα μπορούσα ν’αγαπήσω.
[1] 

Το λιμάνι είναι αυτός ο γεωγραφικός χώρος που συμβολίζει ταυτόχρονα και ισόποσα την αναχώρηση και την άφιξη, την αναπόφευκτη παρουσία της στεριάς και την υπόσχεση της θάλασσας. Είναι ταυτόχρονα καταληκτικό σημείο και ευκαιρία απόδρασης, σημείο συνάντησης και αποχωρισμού, έλξης και απώθησης. Στη προσωπική μυθολογία του Καββαδία το χώμα συμβολίζει τον θάνατο που τρομάζει, σε αντίθεση με την θάλασσα που παρέχει ένα μνήμα απαλλαγμένο από το φορτίο της γης: η συμφιλίωση γίνεται στο υγρό στοιχείο, στο κατ’επιλογήν οικείο, στη μέση του ταξιδιού. 

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι από ένα χωματένιο πεζο μνήμα,
δε θα ‘ναι ποιητικότερο και πι’όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’άγριο κύμα;
[2]

Κρις Λιβανίου

[1] Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, σελ. 34, στ. 13-16.
[2] Op.cit. σελ. 22, στ. 37-40.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s