Ο Μανώλης Αναγνωστάκης διαβάζει Καββαδία

Advertisements

Leave a comment

Filed under Uncategorized

ΟΙ ΕΠΤΑ ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ S/S CYRENIA

Οι αδελφοί Καββαδία

Οι αδελφοί Καββαδία

Στην Έλγκα

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μη το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίττες ζυμώνει.

Απ’ το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.
– Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγας γιος θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι
σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρουθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουν οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.
– Μ’ ένα ξυστρί καθάρισέ με από τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
– Γιε μου, που πας; – Μάνα, θα πάω με τα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι…
Ο πιο στερνός μ’ ένα αυλό με νανουρίζει.

Colombo 1951

2 Comments

Filed under Uncategorized

Νίκος Καββαδίας, Λι

Photograph-(10)

Το 1987, από τις εκδόσεις Άγρα, θα εκδοθεί για πρώτη φορά το μικρό αφήγημα “ΛΙ”. Φέρει ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου 1968 και διηγείται τη σύντομη συνάντηση του αφηγητή με μια μικρή Κινεζούλα, όταν το πλοίο του φούνταρε ανάμεσα Καουλούν και Χονγκ Κονγκ και περιμένανε να το παραδώσουν στους καινούργιους αγοραστές και να φύγουνε. Μεταφορά του διηγήματος στον κινηματογράφο αποτελεί η ταινία του Marion Hänsel “Between the Devil and the Deep Blue Sea” με πρωταγωνιστή τον Stephen Rea, που προβλήθηκε το 1995…
Δεκάδες μελέτες και αλλεπάλληλες επανεκδόσεις του έργου του, αφιερώματα στα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης, διατηρούν τη μορφή του Μαραμπού ολοζώντανη ανάμεσά μας, μέχρι και σήμερα. Ο Καββαδίας δεν είναι απλώς “ο ποιητής της θάλασσας”. Αν ήταν, η αμείλικτη εποχή μας θα τον προσπερνούσε. Χρησιμοποίησε τη θάλασσα για να φτάσει στη στεριά. Με προβολές-σφήνες, ενώνει τη στιγμή που βρίσκεται στη θάλασσα με μιαν εικόνα απ’ τη στεριά, κάπου αλλού, μπορεί εδώ ή πολύ μακριά, σε άλλους τόπους και χρόνους, μπορεί πολύ παλιά ή τώρα. Ήταν βέβαια, φύση παράξενη και ιδιόρρυθμη. Τον χαρακτήριζε το ονειροπόλημα του ποιητή, το ταμπεραμέντο του ναυτικού και η καλοσύνη του μικρού παιδιού, του άφθαρτου, του αλώβητου, του παιχνιδιάρικου και αυτάρεσκου.

Και όλ’ αυτά μαζί, συνθέτανε την ανεπανάληπτη προσωπική γοητεία του! Πέρα από το ποιητικό έργο του, μας κληροδότησε και την ανθρωπιά του, αναπόσπαστο στοιχείο για τη συναρμογή μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας που θα μείνει στη μνήμη μας άσβεστη και πάντοτε πολύ αγαπητή !

*Από το http://sendec.blogspot.com.au/2012/08/blog-post_10.html

“… Στάθηκε μπροστά μου πατώντας ανάλαφρα στα δάχτυλα των ποδιών για να δείξει ψηλότερη. -Λοιπόν θα με πάρεις;
-Ναι. Πώς σε λένε; Μού’πε κάτι που θά’ταν αδύνατο να το θυμηθώ και να το ξαναπώ.
-Θα σε λέω Λι, της είπα. Συμφώνησε.
-Πόσο χρονών είσαι;
Σήκωσε τα δάχτυλα και με μούντζωσε και με τα δέκα δάχτυλα. Κατάλαβα.
[…] Μπήκαμε στο Καρρέ. Πήρα ένα αυγό ωμό και της τό’δωσα. Τό’σπασε και τό’δωσε του αδερφού της. Το κατάπιε σα φίδι.
-Φάε ό,τι θέλεις, της είπα.
-Δώσε μου, αποκρίθηκε.
-Διάλεξε μόνη σου.
Δίστασε. Πήρε λίγο απ’όλα και τα τύλιξε σ’ένα χαρτί. Κίνησε να φύγει. Την κάθισα δίπλα μου με το ζόρι. Πήρα ένα μπισκότο και το πλησίασα στο στόμα της. Έσφιξε τα χείλα της.
-Γιατί δεν τρως;
-Πρέπει να το πάω στο σπίτι.
-Φάε αυτό, θα σου δώσω κι άλλο.
-Και το άλλο θα το πάω.
-Ποιός σ’έμαθε έτσι;
-Κανείς.
Τότε;
Τσιμουδιά. Το πήρε, έκοψε λίγο και το μάσησε ανόρεχτα. Έδωσε το περισσότερο στον αδελφό της που το κατάπιε σα γλάρος.
[…]
Το απόγευμα ανέβηκα στον Ασύρματο. Έλαμπε από την πάστρα. Το ίδιο κι η κάμαρά μου. Η μικρή καθόταν σ’ένα πεζούλι, το μωρό κοιμόταν στα γόνατά της. Σηκώθηκε και τό’βαλε στην πλάτη. -Πολλά βιβλία, είπε, είναι δικά σου;
-Ναι.
-Και τά’χεις διαβάσει;
-Όλα. -Θα ξέρεις πολλά.
-Όχι περισσότερα από σένα, συλλογίστηκα, κι ό,τι δεν ξέρω το μαθαίνω τώρα από σένα, στα σαράντα μου. […]
Είμαι ένας ατζαμής – ο μεγαλύτερος που ξέρω- στις κρίσιμες ώρες. Λέω κάτι κουβέντες, που δεν έχουν καμιά θέση κείνη την ώρα και που τις θυμούνται οι άλλοι και περισσότερο απ’όλους εγώ όταν έρχονται στο νου μου, την ώρα που πάω να κοιμηθώ, και με βασανίζουν. Είναι κάτι παγίδες που στήνω σ’εμένα τον ίδιο.
-Θα με θυμάσαι όταν φύγω; τη ρώτησα. Θα με θυμάσαι;
Δεν αποκρίθηκε.
Γιατί τό’πα; Για να μου απαντήσει μ’ευχαριστίες; Να μου δείξει τί μου χρωστούσε; Ποιός δαίμονας ξέρει; Και με γαργαλάει με την ουρά του, καταστρέφει την ευτυχισμένη στιγμή και κάνει τους άλλους να τραβιούνται από μένα. […]
-Πάρε όσα αυγά περίσσεψαν, είπε, και μια ντουζίνα κονσέρβες σολομό. Δώσε τα στην ψυχοκόρη σου να μην πάνε χαμένα. Κάθε πρωί ερχόταν και μου γέμιζε το θερμός νερό. Της τό’πα.
-Τώρα είμαι πλούσια, είπε. Καμιά σ’όλα τα Σαμπάν δεν έχει το βιος μου.
Κατέβασε το κεφάλι της.
-Το ευχαριστώ είναι πρόστυχη πληρωμή. Όταν δυο άνθρωποι ζούνε ο ένας με την ανάσα του άλλου δε χωράει πληρωμη. -Θα ξαναγυρίσω, της είπα.
-Κανείς δεν ξαναγυρίζει. Ο καλός Δράκος κατεβαίνει στα σπίτια μας μονάχα μια φορά. Πολλοί δεν τον έχουν ούτε συναντήσει. Εγώ τον είδα.
-Τότε γιατί δεν τον δένεις με σκοινί της Μανίλλα, να μη σου φύγει.
-Όσοι τον αγγίσανε μίκρυνε. Έγινε ένα σκουλήκι ίσαμε το νύχι μου. Σκλαβωμένος δε μπορεί πια να κάνει καλό.
-Πώς είναι;
-… είναι κεντημένος με χρυσές κλωστές σε μεταξωτό του Σαντούνγκ.
-Και πώς βοηθάει;
-Δε βοηθάει. Προλαβαίνει. Όταν κάποιος πέσει στο ποτάμι, κανείς δικός του δεν τον βοηθάει. Δεν πρέπει. Το σωστό είναι να τον προλαβαίνουν πριν πέσει. Είναι νάνος, σκέφτηκα. Δεν είναι φυσικό να μιλάει έτσι.
-Την αλήθεια, πες μου την αλήθεια, της είπα. Πόσο χρονών είσαι;
-Όσο και προχτές που με ρώτησες. Δέκα. Μα γιατί ρωτάς; […] Στο τελωνείο του Πειραιά, ένας ελεγκτής, ψάχνοντας τις αποσκευές μου, βρήκε στον πάτο ενός σάκου που δεν είχε ανοίξει από την ημέρα που αφήσαμε το καράβι ένα μικρό δέμα από στρατσόχαρτο. Το άνοιξε. Ξετύλιξε με προσοχή μια μικρή παλιά παντιέρα πού’χε στο μάκρος της ένα Δράκοντα κεντημένο με χρυσοκλωνά ξεφτισμένη.
Τη χαρακτήρισε “αντικείμενο άνευ αξίας” και την ξανάβαλε στη θέση της.”

**Τὸ ἰδεόγραμμα τοῦ ὀνόματος «Λί», ποὺ ἐμφανίζεται στὸ ἐξώφυλλο καὶ στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ βιβλίου σὲ διάφορες παραλλαγές, καλλιγραφήθηκε ἀπὸ τὸν Κινέζο ἠθοποιὸ καὶ ζωγράφο Tielin Zhang γιὰ τὴν ἔκδοση. 1η ἔκδοση: Ἄγρα, 1987-1997.

4 Comments

Filed under Uncategorized

Είπαν για τον Νίκο Καββαδία

Ο Μαραμπού μας…
Του Γιώργου Σεφέρη

«Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 1956. Απόγεμα ο Μαραμπού ξαφνικά.Έπιασε εδώ το καράβι του. Έρχεται από την Αυστραλία. Φοράει  μια μαβιά φανέλα ως τον λαιμό. Δεν έχει ρούχα, παρά τα καλοκαιρινά του, λέει. Αυτός είναι ταξιδιώτης στ’ αλήθεια. Μιλάει για τα νησιά Κόκο, κάτοικοι λιγότερο από 100, όπου άραξαν για να νοσηλέψουν ένα θερμαστή που τον χτύπησε στο χέρι μια σταγόνα μαζούτ (μια μικρή σταγόνα, λέει, τινάζεται με τόση πίεση που μπορεί να σου κόψουν το χέρι). Είναι ένα αξεδιάλυτο μείγμα μύθου και αλήθειας αυτός ο άνθρωπος, καθώς μιλά ψευδίζοντας ή μ’ εκείνο το συρτό τόνο απαγγελίας…»

Διάλεξε τη μεριά της Αριστεράς
Του Μήτσου Κασόλα

«Ο Καββαδίας από ενωρίς στη ζωή του επέλεξε από ποια μεριά του λόφου θα σταθεί πολιτικά. Διάλεξε τη μεριά της Αριστεράς. Χωρίς, όμως, ποτέ να βγει στο παζάρι -όπως το έπραξαν πολλοί, συχνά εξαργυρώνοντας του αγώνες τους. Ο Καββαδίας έλεγε πως η Αριστερά δεν είναι μόνο η εκλογική της δύναμη, οι ψήφοι της μόνο. Η δύναμή της είναι ένα ολόκληρος κόσμος καλής θέλησης, που δεν θέλει να αδικεί τον διπλανό και ούτε και ο διπλανός να τον αδικεί. Και αυτός ο κόσμος δεν είναι λίγος. Και είναι διάσπαρτος μέσα σε όλα τα κόμματα και μέσα και σ’ αυτά ακόμα, που την αντιπαλεύουν…»

Αργοστάλακτη φλέβα
Του Ανδρέα Καραντώνη

«Ο Νίκος Καββαδίας ήταν ολιγογράφος, από ιδιοσυγκρασία, από υψηλή απαίτηση για την τέχνη, από κάπως αργοστάλακτη φλέβα, από εργαστηριακή επιμονή για ένα τέλειο δούλεμα της μορφής, από συναισθηματική ειλικρίνεια (να γράφεις μόνο όταν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς), από νωχέλεια, από επαγγελματική διάσπαση, ή και από τη μονοτονία που χαρακτηρίζει τη ζωή των ναυτικών…»

Ο άνθρωπος του πλοίου
Δημήτρης Καλοκύρης

«Ο Καββαδίας ήταν εξ ορισμού άνθρωπος του πλοίου, της θάλασσας. Τα ποιήματα του είχαν λιγότερο τον χαρακτήρα της Λογοτεχνίας και περισσότερο της Βιογραφίας κάποιου, που ακολουθεί το νήμα, που ξεκινάει από τον Οδυσσέα, δηλαδή τον ταξιδιώτη, ο οποίος εμπλέκεται σε άπειρες περιπέτειες κι διαρκώς επιστρέφει. Τα ποιήματά του έχουν υπόθεση, έχουν δράση, όπως οι μπαλάντες. Δεν είναι μόνο στοχασμός, μελαγχολία, αναπόληση καταστάσεων. Κάθε ποίημα του Καββαδία θα μπορούσε να γίνει μονόπρακτο, ταινία μικρού μήκους ή ντοκιμαντέρ…»

Η εξαίρεση
Του Θανάση Βαλτινού

«Ο Καββαδίας δεν ήταν πολιτικοποιημένος με τη στενή έννοια. Ένα άλλο κομμάτι της ποιητικής του ιδιοφυΐας ήταν ότι δεν τη ρητόρευσε ποτέ τη σχέση του με όλα αυτά τα θέματα που τον απασχολούσαν. Δεν το έκανε ποτέ με βαρύγδουπο τρόπο, που το έκαναν άλλοι, ταλανίζοντας τη λογοτεχνία μας. Υπάρχει τόσο πολύ σαβούρα, που πρέπει να πεταχτεί από πάνω μας. Όλο αυτό το σπουδαίο υλικό (πόλεμος, κατοχή, χούντα κ.τ.λ) κακόπαθε πολύ. Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις των ανθρώπων που ούτε μεταχειρίσθηκαν, ούτε μεταχειρίσθηκαν, ούτε εκμεταλλεύτηκαν ευκαιριακά αβανταδόρικα τέτοια θέματα. Ο Καββαδίας αποτελεί εξαίρεση…»

1 Comment

Filed under Uncategorized

Νίκος Καββαδίας, 
Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη Αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα, Εκδόσεις Άγρα

Hmerologio

O παρών τόμος συγκεντρώνει τα αθησαύριστα έργα του Nίκου Kαββαδία, εκείνα δηλαδή που έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά, εφημερίδες, ανθολογίες κ.ά., αλλά δεν έχουν ποτέ συμπεριληφθεί σε ποιητικές συλλογές ή αναδημοσιευτεί σε αυτοτελείς τόμους, και ως εκ τούτου δεν ήταν πια προσιτά στο αναγνωστικό κοινό.

Δεν περιέχει κανένα ανέκδοτο ποίημα ή πεζογράφημα. Tα πεζογραφήματα και ποιήματα που συγκεντρώνονται εδώ ανήκουν στη μεγάλη πλειονότητά τους στα πρώτα δημιουργικά χρόνια του Kαββαδία: ΄Eνα πρώτο ποίημα χρονολογείται από το 1926 ή 1927, τα ποιήματα που υπέγραψε με το ψευδώνυμο Πέτρος Bαλχάλ(λ)ας δημοσιεύτηκαν από τον Iανουάριο του 1928 ώς τον Iανουάριο του 1930, τα πεζογραφήματα γράφτηκαν από το 1932 έως το 1935, τα υπόλοιπα ποιήματα, που τα υπογράφει ο Kαββαδίας με τ’ όνομά του, χρονολογούνται από το 1928 ώς το 1935.

Mόνο πέντε ποιήματα ανήκουν σε μεταγενέστερες εποχές: Tα τρία αντιστασιακά ποιήματα είναι του 1943 και του 1945, το «Φοιτητές» του 1967 και το «Στίχοι για τη ζωγραφική σου» του 1971. Mερικά κείμενα, όπως «Tο ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» (1932) ή το ποίημα «Kasbah» (1934), αποτελούν σημαντικότατα αριστουργήματα.

Σχεδόν όλα παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον επειδή, πέρα από τις επιμέρους αρετές τους, μας επιτρέπουν να δούμε τη γέννηση και την προοδευτική ανάπτυξη της θεματικής και του ιδιάζοντος λεξιλογίου του Kαββαδία, ή την επεξεργασία ενός μύθου, όπως εκείνου του ανέφικτου ταξιδιού κατά την προετοιμασία του «Mal du Depart».

Mερικά από τα κείμενα που δημοσιεύονται: «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη», «Tαξειδιωτικαί αναμνήσεις – Πορτ-Σάιτ, Aλεξάνδρεια, Mαρσίλλια, Kάπο ντι Φάρο, Στρόμπολι, Aργοστόλι», «H απίστευτη περιπέτεια του λοστρόμου Nακαχαναμόκο», «Γράμμα σε μιαν άγνωστη κυρία», «Oι άνθρωποι της κοκαΐνης», «Γράμματα εν πλω», «H μικρή χορεύτρια», «O λοστρόμος από τα Φαρόερ», «Aθήνα 1943», «Aντίσταση» κ.λ.π.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

«Πάνω στο φτερό του καρχαρία» – Σπάνια συνέντευξη του Νίκου Καββαδία

10980760_606657209434685_3454395115088890349_n

Του Μιχάλη Γελασάκη*
 
Με αφορμή την επέτειο από τη γέννηση του ποιητή που έζησε, έγραψε και χόρεψε πάνω στο φτερό του Καρχαρία μέσα σε μια θάλασσα γιομάτη με λογής παράξενα φυτά, παρουσιάζεται στο Ποιείν μια συνέντευξή του ποιητή Νίκου Καββαδία στον Γεράσιμο Α. Ρηγάτο για λογαριασμό της εφημερίδας «Δημοκρατική Πορεία» στο φύλλο 167, τη Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 1966.

Η συνέντευξη έγινε στο σπίτι της αδερφής του, Τζένιας Καββαδία, στη Δεξαμενή. Η συνέντευξη αυτή, όπως λέει ο ίδιος ο Ρηγάτος, (περιοδικό Ομπρέλα τ.71 01-02/2006 σ.9) δημιούργησε ένα κλίμα εμπιστοσύνης ώστε να δοθεί δύο χρόνια αργότερα, ίσως η πιο γνωστή συνέντευξη του Νίκου Καββαδία, στην «Πανσπουδαστική» στις 24 Μαρτίου 1967.
Παρακάτω η σύντομη και «σφιχτή» συνέντευξη*:
 
 «Δεν είναι καθόλου συνηθισμένο το φαινόμενο να καθιερώνεται και να περνά στη γραμματολογία μας ένας λογοτέχνης, με το πρώτο του κιόλας βιβλίο. Ο Νίκος Καββαδίας, όμως, ανήκει σ’ αυτή τη θαυμαστή μειονότητα. Το «Μαραμπού», η πρώτη ποιητική συλλογή του Ν.Κ, βγήκε στα 1933. Θέμα του οι ανοιχτές θάλασσες, τα λιμάνια, οι ναυτικοί κι ο κόσμος τους. Ποιήματα του πολύ αγαπήθηκαν, όπως και τα’ άλλα της συλλογής του «Πούσι», όπως και το πεζό του η «Βάρδια».
Ο ποιητής, Κεφαλονίτης στην καταγωγή και τη σκέψη γεννήθηκε στο Χαρμπίν της Ματζουρίας (1910), μεγάλωσε στον Πειραιά κι έζησε στις θάλασσες. Αυτόν τον καιρό «ξεμπαρκάρησε» για λίγο. Με την ευκαιρία αυτή, συναντήσαμε τον ποιητή, που παραχώρησε στην εφημερίδα την πιο κάτω συνέντευξη:

Πληροφορηθήκαμε τελευταία τη μετάφραση της «Βάρδιας» στα Γαλλικά. Τι θα είχατε σχετικά να μας πείτε;

Μεταφραστής είναι ο Μισέλ Σωνιέ, που έχει μεταφράσει στα Γαλλικά Καζαντζάκη, Σεφέρη. Το βιβλίο θα εκδοθεί σε λίγο καιρό.

Πώς βλέπετε τη σύγχρονη ελληνική ποίηση;

Πάντα είχαμε ποίηση, και τώρα έχουμε. Η ποίηση δε σταμάτησε ποτέ. Μπορεί κάποιες στιγμές να έχει εξάρσεις κι άλλες όχι, αλλά πάντα όταν εκφράζει τον καιρό της, ζει. Το ίδιο μεγάλη είναι η ποίηση σ’ οποιαδήποτε μορφή της, είτε την κλασική είτε την ελεύθερη…

Έχετε μήπως κάποιον ιδιαίτερο δεσμό με την Πάτρα;

Η Πάτρα είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου πόλεις σ’ όλον τον κόσμο. Έχω ζήσει για λίγο καιρό στην Πάτρα, στρατιώτης, προτού φύγουμε για το Αλβανικό μέτωπο. Κι άλλες φορές έχω έρθει στην Πάτρα, με καράβια, έχω περπατήσει στις εξοχές της, έχω και κάποιους φίλους εκεί. Ένα απ’ τα πράγματα που δεν αποχωρίζομαι στα ταξίδια μου είναι μια άποψη της Πάτρας απ’ το λιμάνι, ζωγραφισμένη από μία Γαλλίδα φίλη.

Τι γράφετε τον τελευταίο καιρό;

Γράφω διηγήματα και ποιήματα, πάντα με θέμα μου τις θάλασσες και τους ανθρώπους της – θαλασσογραφίες. Μα, κατά κάποιο τρόπο, και το κοινωνικό υπόβαθρο της μεγάλης εποχής μας, δεν με αφήνει ανεπηρέαστο.
 
Ο Νίκος Καββαδίας, ναυτικός, ποιητής, ετοιμάζεται και πάλι να μπαρκάρει. Θα λείψει ξανά αρκετά από κοντά μας. Μα θα τον νοιώθουμε ανάμεσά μας χάρη στο προοδευτικό, λυρικό, βαθιά ανθρώπινο έργο του».

#Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία της συνέντευξης

*Ο Μιχάλης Γελασάκης είναι δημοσιογράφος, διευθυντής Σύνταξης του περιοδικού MusicPaper (www.musicpaper.gr). Διετέλεσε αρχισυντάκτης και διευθυντής του περιοδικού “Δίφωνο’ και ραδιοφωνικός παραγωγός. Στίχους του έχουν μελοποιήσει διάφοροι συνθέτες.

**Από το http://www.poiein.gr/archives/20868/index.html

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Ο Νίκος Καββαδίας παραδίδει στην αθανασία τον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ…

Ο Ν. Καββαδίας το έγραψε για κάποιο  ποιητή ονόματι Καίσαρα, ο οποίος αυτοκτόνησε μια μέρα στο γραφείο του ανάμεσα σε σωρούς από βιβλία και χαρτιά, έχοντας αφήσει ως τελευταίο του σημείωμα τη φράση: “Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δεν μας σώζει…” .Αλήθεια; Μάλλον όχι…

Η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική.

Ο τίτλος του ποιήματος είναι “Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ” και ο Καββαδίας το έγραψε πράγματι το 1932 για το νεαρό, τότε, ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ. Ο οποίος, όμως, βέβαια, ποτέ δεν αυτοκτόνησε…Ο Καίσαρας Εμμανουήλ, ο ποιητής αυτός που κάπνιζε τσιγάρα “Κάμελ”, πέθανε το 1970, στα 68 του χρόνια, από ζάχαρο, σε δημοτικό νοσοκομείο της Αθήνας…

 Το 1933 κυκλοφόρησε και η πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Καββαδία, το περίφημο “Μαραμπού”, με πρόλογο του Εμμανουήλ, το οποίο περιείχε, μεταξύ άλλων, και αφιερώσεις σε άλλους ποιητές: στον Ράντο, στον Μελαχρινό, στον Ουράνη και το παραπάνω ποίημα στον ίδιο τον Εμμανουήλ. Το ποίημα θεωρείται ότι είναι όντως απάντηση σε εκείνη τη φράση του Εμμανουήλ, η οποία πάντως μάλλον δεν συναντάται σε κάποιο ποίημα κάποιας από τις 4 ποιητικές του συλλογές, επομένως εικάζεται ότι μπορεί να αφορούσε κάτι που είχε κυκλοφορήσει σε λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής. Εξάλλου, λέγεται ότι ο Καββαδίας είχε υπ’ όψιν του μία περίοδο κατάθλιψης που φαίνεται ότι διήγε ο Εμμανουήλ τότε. Σε εκείνη την περίοδο της κατάθλιψής του, θεωρείται ότι αντιστοιχεί και μία αφιέρωση σ’ αυτόν από τον Αναστάσιο Δρίβα: “Ούτε κι απόψε βρήκαμε τη γεύση και το χρώμα / και το βαθύ γαρύφαλλο του κάκου θα μαδήσει / στα φλογερά σου δάχτυλα σα νέφος μες στη δύση.”
Continue reading

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Από τη “Βάρδια”

10915237_889199721102426_1516923270023818532_n

“Ξέρω κάτι πετούμενα ίσα με το μικρό σου δάχτυλο, που τα βλέπεις στον ωκεανό και δεν καταδέχονται να ξεκουραστούν στο κατάρτι. Ζαλίζομαι στη στεριά. Το πιο δύσκολο ταξίδι, το πιο επικίνδυνο , τό ‘καμα στην άσφαλτο, από το Σύνταγμα στην Ομόνοια. ‘Εχω ξεράσει πάνω στο Λίβανο, όπως οι στεριανοί σε μελτέμι. Μας λυπάστε γιατί δεν έχουμε σπίτι, γιατί περπατάμε μ’ ανοιχτά πόδια, γιατί φοράμε τσαλακωμένα πουκάμισα κι ασιδέρωτα ρούχα στο πόρτο. Εγώ σας χαίρομαι. Σίγουρο κρεβάτι, ήρεμος ύπνος. Καφέ στο κομοδίνο κι εφημερίδες. Εκδρομή το Σαββατοκύριακο με κεφτέδες. Όμως δεν αλλάζω τη δουλειά μου με τη δική σας, ούτε για μια μέρα”…

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Μια ρήση του Καββαδία που ταιριάζει στους καιρούς μας

10915300_1548734425365465_5616075903671722631_n

Βλέπω συχνά στον ύπνο μου ένα άσπρο καρχαρία

με περιμένει νηστικός η εγώ τον περιμένω;


Καββαδίας

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Νίκος Καββαδίας, Ο πιλότος Νάγκελ

kavadiasdeck

Στον ποιητή Ν. Ράντο

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγός πιλότος στο Κολόμπο,
άμα έδινε κανονική πορεία στα καράβια
που φεύγαν για τους άγνωστους και μακρινούς λιμένες,
κατέβαινε στη βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος,
με τα χοντρά τα χέρια του στο στήθος σταυρωμένα,
καπνίζοντας ένα παλιό χωμάτινο τσιμπούκι,
και σε μια γλώσσα βορινή σιγά μονολογώντας
έφευγε μόλις χάνονταν ολότελα τα πλοία.
Ο Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σε φορτηγά καράβια,
αφού τον κόσμο γύρισεν ολόκληρο, μια μέρα
κουράστηκε κι απόμεινε πιλότος στο Κολόμπο.
Μα πάντα συλλογίζονταν τη μακρινή του χώρα
και τα νησιά που ‘ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν.
Όμως μια μέρα επέθανε στην πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σαν ξεπροβόδισεν το Steamer Tank “Fjord Folden”
όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν…

Leave a comment

Filed under Uncategorized